3/4/07 Ημερίδα με θέμα «H παιδεία των μικρών, όμως ιστορικών λαών στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης»

ΑΝΚΟΙΝΩΣΗ

IMG_0409Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ιδεολογικής σύγχυσης έχουμε χρέος να προστατεύσουμε την Εθνική μας ταuτότητα και να προσφέρουμε στα παιδιά μας Eλληvική, παιδεία σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Το μήνυμα αυrό έστειλε ισχυρό προς κάθε κατεύθυνση η Eταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάrων (ΕΜΕΘ) μέσα από Ημερίδα με θέμα «H παιδεία των μικρών, όμως ιστορικών λαών στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης».

Στην Ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο μέγαρο της ΣΕΚ, μίλησαν άνθρωποι του πνεύματος και των γραμμάτων καθώς και πανεπιστnμιακοί από την Ελλάδα, οι οποίοι τόνισαν ότι ο Kυπριακός Ελληνισμός για να κρατηθεί όρθιος στη γη των προγόνων του πρέπει να στηρίζεται πάνω στις διαχρονικές αξίες και στα ακατάλuτα ιδεώδη του Eλληvικού πoλητισμoύ.

Την Ημερίδα τίμησε με την παρουσία του ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, ο οποίος σε χαιρετισμό του διατράνωσε τη βούληση της εκκλησίας να έχει ρόλο στα δρώμενα της παιδείας και λόγο στην επικείμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Σε χαιρετισμό του ο Υπουργός Παιδείας Άκης Κλεάνθους υπογράμμισε ότι οι καινοτομίες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν πρέπει σε καμμιά περίπτωση να θέτουν σε κίνδυνο την πολιτισμική μας παράδοση και κληρονομιά που αποτελούν καθοριστικό στοιχείο της Ελληνικής Εθνικής μας ταυτότητας.

Εκ μέρους της ΣΕΚ απηύθυνε χαιρετισμό ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας Πέτρος Θεοφάνους ο οποίος τόνισε πως ο τόπος χρειάζεται παιδεία σύγχρoνη και Ελληνική σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης που να προάγει τις παναθρώπινες αξίες του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και να διατηρεί αλώβητη την Εθνική μας ταυτότητα.

Εκπρόσωπος του Ενιαίου Φορέα Αυτόνομων Ενωτικών Φοιτητικών Παρατάξεων επισήμανε ότι τα αδούλωτα Ελληνικά νειάτα της Κύπρου αγωνίζονται για απελευθέρωση των σκλαβωμένων εδαφών μας και δικαίωση των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού. Ο πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων, Κρίνος Μακρίδης ανέφερε ότι τα συμπεράσματα της Ημερίδας στην οποία μίλησαν εξέχουσες προσωπικότητες θα δημοσιοποιηθούν και θα αποτελέσουν το εφαλτήριο νέων αγώνων για να μπορέσει να ζήσει με εθνική αξιοπρέπεια ο Kυπριακός Ελληνισμός στη γη των προγόνων του.

Λεuκωσία 3/4/07

Χαιρετισμός κ. Σωκράτη Σαρρή, Εκπροσώπου Ενιαίου Φορέα Αυτόνομων Ενωτικών Φοιτητικών Παρατάξεων

Μακαριότατε,
Πανιερότατε,
κύριε εκπρόσωπε του Υπουργού Παιδείας
κύριε εκπρόσωπε του πρέσβη της Ελλάδας,
εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

κυρίες και κύριοι,

Αν κάναμε μία ενδεικτική ερώτηση σήμερα στη νεολαία της Κύπρου αν ορίσουν τον εαυτό τους ως Έλληνες, η απάντηση θα ήταν αποκαρδιωτική. Προς έκπληξη πολλών μία μειοψηφούσα, αλλά υπολογίσιμη μερίδα θα όριζε τον εαυτό της ως Κύπριο και μη Έλληνα! Ωστόσο κανείς Κρητικός ή Ροδίτης δεν θα διστάσει να απαντήσει καταφατικά. Κι όμως η μόνη ουσιαστική διαφορά από τους ομοεθνείς των νησιών αυτών είναι κάποιες συγκυρίες του εικοστού αιώνα, ή συμφέροντα αν προτιμάτε, που άφησαν την Κύπρο εκτός του εθνικού κορμού.

Έλεγε πέντε δεκαετίες προηγουμένως ο Γιώργος Σεφέρης:

Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης τετρακόσες χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου.

Αλήθεια! Πόσο επίκαιρα είναι τα λόγια αυτά σήμερα! Ο επιχειρούμενος αφελληνισμός όχι μόνο δεν απετράπη μετά την Ανεξαρτησία, αλλά έγινε εντονότερος. Βρήκε πρόσφορο έδαφος στα νεοκυπριακά ιδεολογήματα και στις επαναπροσεγγιστικές κορόνες και συνεχίζει το έργο του καθημερινά στην κοινωνία μας.

Είναι ακριβώς λόγω αυτού του σκηνικού που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι διάφορες αλλαγές στην παιδεία του τόπου μας. Διότι είναι πρωταρχικό χρέος της παιδείας να διαφυλάξει την ελληνική εθνική ταυτότητα της πλειοψηφίας των πολιτών της και να διαμορφώσει πολίτες εραστές της Ελευθερίας, της Πατρίδας και της Δημοκρατίας.

Δυστυχώς για κάποιους δεν ήρθαμε εδώ για να χαϊδέψουμε αφτιά, αλλά για να πούμε αλήθειες, πικρές και θλιβερές. Να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία που παίρνει η σύγχρονη κυπριακή κοινωνία, αλλά θα έλεγα και ο Ελληνισμός γενικότερα.

Ως αυτόνομοι φοιτητές εντοπίζουμε κάποια στοιχεία προβληματικά, αν όχι ύποπτα, τόσο στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας, όσο και στα νέα βιβλία ιστορίας που εκδίδονται στην Ελλάδα. Παρά τις θετικές παραμέτρους που εμπεριέχει η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, εμείς υπογραμμίζουμε κάποια σημεία τα οποία πρέπει να μας προβληματίσουν. Αυτά είναι η επιδίωξη αποκοπής από τον εθνικό κορμό, η προώθηση μιας πολυπολιτισμικής ιδεολογίας εις βάρος πάντοτε της ελληνικής παιδείας. Η ελληνική παιδεία χαρακτηρίζεται εμμέσως πλην σαφώς, μη ανθρωποκεντρική και μη δημοκρατική! Συν τοις άλλοις προωθείται η χρήση του επιθέτου «Εθνικός» για οτιδήποτε εντόπιο κυπριακό. Κι όσο αυτό το ανεχόμαστε και δεν μας ενοχλεί, τόσο περισσότερο το φάσμα του νεοκυπριακού «έθνους» οργιάζει. Αναγιγνώσκοντας το σχετικό μανιφέστο της επιτροπής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στεκόμαστε σε ακόμη ένα σημείο: «Συγκρότηση ομάδας επιστημόνων, αποτελούμενης από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, για αναθεώρηση των βιβλίων της Ιστορίας.»

Προκύπτει εύλογα η απορία: τί λογής ιστορία θα είναι αυτή; Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μια τέτοια πράξη; Έχει άραγε ακυρωθεί η κατοχή της γης μας; Μήπως οι Τουρκοκύπριοι απαρνούνται το κατοχικό καθεστώς για χάρη της λύσης; Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει συμβεί! Δικαιολογημένα τότε αμφισβητούμε το απότοκο μιας τέτοιας προσπάθειας. Ας μην σπεύσουν οι διάφοροι να μας χαρακτηρίσουν εχθρούς της λύσης και της φιλίας. Η πραγματική λύση και η πραγματική φιλία μπορεί να επέλθει μόνο μετά από την ακύρωση του διχοτομικού τείχους. Δυστυχώς και αυτό το σημείο χρήζει διευκρίνησης. Όχι δεν εννοούμε τα διάφορα οδοφράγματα, ούτε το τείχος της Λήδρας. Σε καμία περίπτωση δεν πιστέψαμε ότι η λεγόμενη «ελεύθερη» διακίνηση από και προς τα κατεχόμενα οδηγεί στη λύση. Μάλλον στην αποδοχή των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και στην εξασθένιση των δικών μας αντιστάσεων. Εμείς, επιθυμούμε μία λύση δίκαιη και λειτουργική, μακριά από διχοτομικά Σχέδια Ανάν και ρατσιστικές μορφές ομοσπονδίας. Θέλουμε να κοιτάξουμε μπροστά στο μέλλον, αλλά δεν μπορούμε να παραγράψουμε τις ρίζες μας, ούτε να αλληθωρίζουμε απέναντι στον Πενταδάκτυλο. Δεν μπορούμε να στεριώσουμε στιβαρή φιλία και συνεργασία με το σύνοικο στοιχείο αν δεν αποδείξει ότι έχει αποκηρύξει τις ακραίες απαιτήσεις του για χωριστό κράτος ή πολιτική ισότητα του 18% με το 82%. Έως τότε η αναθεώρηση της ιστορίας από κοινού με τους Τουρκοκυπρίους μπορεί να έχει επικίνδυνες επιπτώσεις στην εθνική μας συνείδηση και στο κυπριακό πρόβλημα.

Σχετική με το θέμα της Ιστορίας είναι και η πρόσφατη εισαγωγή ενός καινούργιου βιβλίου για τα παιδιά της έκτης δημοτικού. Το εξ Ελλάδος αυτό βιβλίο, μπορεί μεν να είναι αποτέλεσμα ελληνικής συγγραφής, αλλά διαπνέεται ξεκάθαρα από ξενόφερτο νεοταξικό πνεύμα. Οι διάφορες… ανακρίβειες και παρασιωπήσεις είναι ιδιαιτέρως ύποπτες. Η επιλεκτική μνήμη των γεγονότων και οι ωραιοποιήσεις δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση ιστορική αντικειμενικότητα. Θα επανέλθουν οι διάφοροι λαλίστατοι σχετικολόγοι να ξαναμιλήσουν για αυτή την… αλήθεια. Και μόνο η επίμονη προσπάθειά τους για παραχάραξη των σημερινών γεγονότων, είναι αρκετή για να αποδείξουν και στον πιο καλόπιστο ακροατή πόσο άσχετοι με την αλήθεια παραμένουν · κολλημένοι στα δικά τους ιδεολογήματα και κατακαίοντες το δάσος προς χάριν ενός ουτοπικού δέντρου.

Αποτέλεσμα; Η αποδυνάμωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων μέσω μιας διαστρεβλωμένης εκδοχής της ιστορίας, έτσι ώστε να μην αποτελούμε φραγμό στα σχέδια των ξένων δυνάμεων. Είναι χρέος της Κυπριακής Κυβέρνησης να απαιτήσει τη βελτίωση και τη συμπλήρωση του βιβλίου αυτού, όπως και να αναθεωρήσει όπου απαιτείται την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση.

Επιπλέον, δεν θα ήθελα να προσπεράσω ασχολίαστη την παρέμβαση της Εκκλησίας στα της παιδείας. Η Εκκλησία έχει λόγο πρωτίστως ηθικό στα θέματα αυτά. Και θα προχωρήσω ακόμη ένα βήμα παραπέρα. Η διακήρυξη περί σχολείων της εκκλησίας ας μη μείνει στα χαρτιά. Αν η Δημόσια Παιδεία, σε Κύπρο και Ελλάδα έχει επιλέξει να πάρει τον κατήφορο, και αν όλοι εμείς ως μέλη της κοινωνίας δεν καταφέρουμε να αντιστρέψουμε το κλίμα, ίσως τη σανίδα σωτηρίας να προσφέρουν αυτά τα σχολεία. Στόχος τους να είναι να καταστούν πρότυπα εκπαιδευτικά κέντρα και ταυτοχρόνως φορείς της ζώσας ελληνορθόδοξης παράδοσης του τόπου.

Η παιδεία είναι εκ των βασικών διαμορφωτών της νεολαίας και άρα του μέλλοντός μας. Και η νεολαία χρειάζεται παραδείγματα που να την εμπνέουν. Πρέπει να ακούσει για τα λάθη που κάναμε και κάνουμε με την ελπίδα να μην τα επαναλάβει. Πρέπει όμως να ακούσει και για ό,τι ωραίο γεννήσαμε ως έθνος με την ελπίδα μέσα στην υλιστική και μίζερη ζωή μας να εμπνευστεί από τους αγώνες υπέρ της ελευθερίας, να μιμηθεί όλα όσα μας κάνουν να νιώθουμε περήφανοι. Κι όταν η εθνική μας υπερηφάνεια κινδυνεύει να μετατραπεί σε αλαζονεία και ύβρη, η ορθόδοξη μας πίστη είναι αυτή ακριβώς που δύναται να μας συγκρατεί στο μέτρο και την ορθή πορεία.

Η υποβάθμιση των θρησκευτικών και ελληνικής ιστορίας, ότι εν γένει θα λέγαμε ότι συνιστούν τον πυρήνα της ελληνορθόδοξης παιδείας, είναι μία επικίνδυνη εξέλιξη. Αλλά εμείς δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε. Ούτε ταλαντευόμαστε από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Η οικουμενική ελληνορθοδοξία μάς έμαθε να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του άλλου, αλλά απαιτούμε κι εμείς σεβασμό της πολιτισμικής μας ταυτότητας.

Τέλος, εκπροσωπώντας τον Ε.Φ.Α.Ε.Φ.Π. που απαρτίζεται από τις αυτόνομες παρατάξεις της Ανεξάρτητης Φοιτητικής ΈΠΑΛξης , Δράσις-ΚΕΣ Αθήνας , ΠΕΟΦ Θεσσαλονίκης και Φλόγας Πάτρας , θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση. Το αξιόλογο αυτό συνέδριο αποτελεί απόδειξη ότι υφίσταται αντίσταση. Μία αντίσταση υπερκομματική που πρέπει να γενικευτεί αγγίζοντας όλους τους Έλληνες.

Ευχαριστώ.

Εκπαίδευση, Πολιτιστική Παράδοση και Εθνικός Πολιτισμός.
Της κ. Κλαίρης Αγγελίδου

IMG_0427Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την ισοπέδωση των αξιών, των οραμάτων, της μνήμης, την αυτοκατάλυση του κόσμου και την απανθρωπιά της παγκοσμιοποίησης.

Επίκαιρα θέματα της ο καταναλωτισμός, το χρηματιστήριον «αξιών» – όχι αξιών – η οικονομία γενικά, η διακήρυξη κάποιων αλλότριων μηνυμάτων που δεν συνάδουν με τα παραδοσιακά δεδομένα, πολλών κρατών, που όμως παρουσιάζονται με ελκυστικό τρόπο στις τηλεοράσεις μας και προπαντός στο internet .

Κι εμείς, εννοώ τα παιδιά μας, ανώριμα, χωρίς την εμπέδωση ακόμα των πολιτιστικών αξιών του τόπου μας, παρορμητικά θαυμάζουν, απορούν και παρασύρονται.

Όλα αυτά τα ανεμομαζώματα δεν φιλτράρονται από το κόσκινο της λογικής. Εισορμούν ακάθεκτα και γίνονται αποδεκτά.

Εδώ λοιπόν βασικός τρόπος να σωθούν ψυχές από τον καταποντισμό και την επακόλουθη κενότητα και ανασφάλεια, είναι η Παιδεία του κάθε λαού.

Μόνο αντιστύλι στα τεκταινόμενα, η Παιδεία , η αληθινή παιδεία, η οποία στηρίζεται σε στερεά θεμέλια, μια Παιδεία που σκοπό έχει να δημιουργήσει ανθρώπους ικανούς ν’ αποκρούσουν τις μηχανές που οι ίδιοι οι άνθρωποι κατασκεύασαν, μα τώρα ξεπερνούν τα όρια της κατασκευής τους και αποτελούν άμεσον κίνδυνο S . O . S .

Πως μπορεί ν’ αντισταθεί κανείς σ’ αυτό το τερατούργημα που ο ίδιος ο άνθρωπος δημιούργησε;

«Ένα πολιτισμό σαθρό, κενό, χωρίς θεμέλια και σιδηροδοκούς ανθεκτικούς, με διαδηλώσεις απίθανες, ένα πολιτισμό που τον συμπαρασύρει ο πρώτος άνεμος, χωρίς ελπίδες διάσωσης».

Τι χρειαζόμαστε εμείς σαν έθνος, αλλά ειδικότερα σαν ένα κομμάτι του Ελληνισμού σ’ αυτή την εσχατιά της Ανατολικής Μεσογείου ανάμεσα στους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, ανάμεσα στα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και την επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας; Χρειαζόμαστε μια Παιδεία που νάχει βαθιές τις ρίζες στην πολιτιστική μας παράδοση, που να στηρίζεται στις πανανθρώπινες αξίες, της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης, της Σοφίας, της ελεύθερης βούλησης, στην αλήθεια, τη δημιουργικότητα, τη Δημοκρατία, την Αρετή.

Αυτές είναι αξίες που παραλάβαμε εδώ και χιλιάδες χρόνια από τους προγόνους μας. – Δεν έχουμε προγονοπληξία κι ας μας κατηγορούν οι ανίδεοι. Γιατί αυτά που παραλάβαμε, τα περνούμε από το κόσκινο του Λόγου, τ’ αναθεωρούμε κάθε τόσο επιφέροντας τις σύγχρονες αλλαγές, χωρίς αποστασία από τη βάση.

Κι αν επέζησε ο Ελληνισμός μέσα στους αιώνες, είναι γιατί έχει αυτή τη δυνατότητα της ανανέωσης, τόσο στη γλώσσα, όσο και στην ιδεολογία. Συμβαδίζει με την εποχή του.

Στρώνει θεμελιό τις αξίες και κτίζει το καινούργιο, στέρεο, σύγχρονο. Ανατροφοδοτεί με την εκπαίδευση τις ψυχές των εκπαιδευμένων, ώστε οι ρίζες νάναι γερές, ζωντανές, εύχυμες, για να υπάρχει ευκαρπία. Και εξηγούμαι: Η Παιδεία μας στηρίζεται στην πολιτιστική μας παράδοση και στον εθνικό μας πολιτισμό.

Η λέξη εθνικός στις μέρες μας είναι κόκκινο πανί, μια λέξη που της δίνεται η σημασία του σοβινισμού και της μισαλλοδοξίας.

Όχι Κύριοι Σύνεδροι

Εθνικός πολιτισμός είναι ότι φανερώνει την ιδιαιτερότητα του κάθε κράτους, και η Γαλλία και η Αγγλία και η Γερμανία και όλες οι άλλες χώρες έχουν εθνικό πολιτισμό και δεν παύουν να τον τιμούν και να τον εκθειάζουν.

Εμείς εδώ γιατί παρεξηγούμε τη λέξη και κοσμούμε με ακαταλόγιστα επίθετα, όποιο μιλά για εθνικό πολιτισμό.

Άμα χάσω τον εθνικό μου πολιτισμό, χάνω την οντότητά μου, δεν υπάρχω σαν άνθρωπος, χάνω όλα τα βιώματα και την αυτοεκτίμησή μου.

Άρα η Παιδεία μας πρέπει νάναι Εθνική και αφού η Κυπριακή Δημοκρατία, ανήκει στο Ελληνικό Έθνος, τότε και η εκπαίδευσή μας πρέπει να είναι ελληνοκεντρική όπως του Γάλλου είναι η Γαλλική, του Άγγλου η Αγγλική, του Γερμανού η Γερμανική, του Ρώσου η Ρωσική και ούτω καθεξής.

Τολμήστε να μελετήσετε για αλλαγή της εθνικής τους εκπαίδευσης σε μια από αυτές τις χώρες, και θα επιπέσουν πάνω σας ως λέοντες να την υπερασπιστούν.

Ο λόγος είναι ότι σέβονται το Έθνος και τους εαυτούς τους.

Και αυτοί έχουν ξένους στην επικράτεια τους και μάλιστα εκατομμύρια, που ζουν και σε γκέτο. Δεν αλλάζουν την εκπαίδευσή τους .

Δημιουργούν σχολεία για να καλύπτουν τις ανάγκες των διαφόρων ομάδων αλλοδαπών, όπως είναι οι Ινδοί, οι Πακιστανοί, οι Αλγερινοί, άλλες μειονότητες από τις πριν από μερικά χρόνια αποικίες τους. Δεν αλλάζουν την εκπαίδευσή τους . Αντίθετα την ενδυναμώνουν, για να μην υποστεί καμία αλλοίωση.

Εμείς, «σοφοί όντες», εισηγούμαστε μια διαπολυπολιτισμική εκπαίδευση, όπου θα εξοντώσουμε την εθνική μας εκπαίδευση, για να ευχαριστήσουμε σκύβοντας τον αυχένα, δείγμα δουλείας, στην πληθώρα των μειονοτήτων που κατακλύζουν την μικρή, κι ας μην τον ξεχνούμε ημικατεχόμενη πατρίδα μας. Βούλγαροι, Σύριοι, Ρώσοι, Πολωνοί, Ουκρανοί, Ρουμάνοι, Τσέχοι, Σριλανκέζοι, Φιλιππινέζοι, Κινέζοι και δεν ξέρω πόσοι άλλοι, ζουν αυτήν την στιγμή στην Κύπρο.

Μελετούμε να διαλύσουμε την εκπαίδευση μας, να την ξεγυμνώνουμε από τις αξίες και τα ιδανικά για να είμαστε αρεστοί.

Μα αυτό επιδιώκουν οι εχθροί μας. Να μας αφιονίσουν, να μας εξαφανίσουν. Να χαθεί ο ελληνικός πολιτισμός από αυτόν τον τόπο, για νάναι πιο ευάλωτος.

Η ρήψη του πολυμήχανου Κίσιγκερ «θέλεις να καταστρέψεις τους Έλληνες, κατάστρεψε τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη θρησκεία τους». Ισχύει και για τους νέους υπονομευτές της επιβίωσης μας.

Αυτές είναι οι ασπίδες μας, οι σάρισες μας ενάντια στους επιβουλεύοντες.

Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να εξοστρακιθεί από τα σχολεία μας η πατριδογνωσία, η ιστορία και η εθνική αυτογνωσία, η γλώσσα και οι πανανθρώπινες πολιτιστικές αξίες, που η Ελλάδα και η Κύπρος βίωσαν από τα πανάρχαια χρόνια και κατάφεραν να επιβιώσουν σε μια μακρά κατακτητική μανία από χώρες Ανατολής και Δύσης, που δοκίμασαν να καταστρέψουν την εθνική μας πορεία.

Με πάθος, συνείδηση, αποφασιστικότητα πρέπει να διατηρήσουμε τον πολιτισμό μας.

Δεν έχουμε δικαίωμα να τον απαρνηθούμε, γιατί μάρτυρες είναι οι επιγραφές, τα ανασκαφικά ευρήματα, οι αρχαιολογικοί χώροι, η λογοτεχνία μας, οι πρόσφατοι αγώνες μας.

Ο Αιώνας μας είναι ο αιώνας των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ανθρώπινο δικαίωμά μας είναι να διατηρήσουμε την ακεραιότητα της χώρας μας, την ιστορία και τη γλώσσα μας και όλες τις πανανθρώπινες πολιτιστικές μας αξίες. Να τις μεταλαμπαδεύσουμε με την εκπαίδευση στη νέα γενιά, για να συνεχίσει να υπάρχει .

Και τούτο πρέπει να τους το ξεκαθαρίσουμε.

Δεν είναι αναχρονισμός, να ξέρεις πού ανήκεις και να προχωρείς, να ανελίσσεσαι και να κατακτάς το παρόν.

Αφανισμός είναι ν’ απαρνιέσαι τον εαυτό σου, τον πολιτισμό σου, την παράδοσή σου, για χάρη ενός κούφιου προγραμματισμένου από άλλους φανερούς και αφανείς δήθεν εισηγήσεις σύγχρονου πολιτισμού.

Υπάρχει η ρήση «Φοβού τους Δαναούς και Δώρα φέροντας»

Την αλλάζω

«Φοβού τους »ξένους» και δώρα φέροντας»-

Χρειαζόμαστε ελληνοκεντρική εκπαίδευση εμπλουτισμένη με νέους τρόπους διδασκαλίας, ωραία καλογραμμένα βιβλία, εκπαιδευμένους δασκάλους, με αληθινά πιστεύω, ερευνητικά προγράμματα που να προάγουν την σκέψη του μαθητή σωστές ευκαιρίες μάθησης.

Ο πολιτισμός, η παράδοση, οι αξίες δεν είναι ένας πίνακας, που παίρνω το σφουγγάρι και τα σβήνω κατά βούληση.

Θ’ αντισταθούμε όσοι άνθρωποι αγαπούμε τον τόπο μας, και τα παιδιά μας, για τα οποία ονειρευόμαστε να κατακτήσουν και να ζήσουν ένα καλύτερο μέλλον.

 

Κλαίρη Αγγελίδου

 


« O εθνικός και θρησκευτικός αποπροσανατολισμός

της παιδείας της Κύπρου στο Σχέδιο της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης

και η ανάγκη εξουδετέρωσής του»

 

Κώστα Ε. Χατζηστεφάνου

Το πιο βασικό κριτήριο για την αξία μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, και μάλιστα «σφαιρικής», αποτελούν οι σκοποί και οι στόχοι που θέτει για την παιδεία των νέων. Το έγκυρο αυτό κριτήριο αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μάς, την ιστορική αυτή στιγμή, αφού δηλώνεται ρητά ότι στόχος της μεταρρύθμισης είναι «η μεταμόρφωση του Κυπριακού σχολείου», η αλλαγή του προσανατολισμού και των σκοπών της Κυπριακής εκπαίδευσης, ο «ιδεολογικός αναπροσανατολισμός και η αναμόρφωση της σκοποθεσίας» της, όπως αναγράφεται στο «Μανιφέστο».

Πρόκειται για ριζική αλλαγή του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος της Κύπρου όπως αυτό λειτουργούσε ώς σήμερα. Ποιά είναι τα τρωτά του που πρέπει, κατά την εκτίμηση των «μεταρρυθμιστών», να αλλάξουν άρδην ως απαράδεκτα; Το ότι, όπως υπολαμβάνουν οι ίδιοι, «το πλαίσιο της σύγχρονης Κυπριακής εκπαίδευσης», το «ιδεολογικό και πολιτικό», ήταν και «παραμένει ελληνοκυπριακοκεντρικό, στενά εθνοκεντρικό, και πολιτισμικά μονολιθικό», αγνοεί τη «διαπολιτισμικότητα» και την «πολυπολιτισμικότητα της Κυπριακής κοινωνίας», αγνοεί ακόμη και τον «εξευρωπαϊσμό» αλλά και την «διεθνοποίηση» της Κυπριακής εκπαίδευσης, όπως αναγράφεται. Με άλλα λόγια, η Κυπριακή εκπαίδευση αγνοεί σχεδόν τα πάντα και έμεινε στενά προσηλωμένη και καθηλωμένη στην Ελλάδα, στην Κύπρο μας, στο έθνος μας και μόνο στον πολιτισμό μας.

Η θεραπεία που προτείνεται είναι η δημιουργία «Δημοκρατικού και Ανθρώπινου Σχολείου» για τον ορθό ιδεολογικό προσανατολισμό του οποίου θεωρούν ότι επιβάλλεται πρώτα «η απάλειψη των στενά εθνοκεντρικών, μονοπολιτισμικών και κατ’ επέκταση εθνικο-δυιστικών στοιχείων», όπως αναφέρεται, και έπειτα η προσθήκη στόχων οι οποίοι, μεταξύ άλλων, αποσκοπούν στη δημιουργία «ελεύθερου δημοκρατικού πολίτη μιας ενωμένης Κύπρου, του πολίτη της νεο-Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ευρύτερα του «κόσμου πολίτη», όπως θα έλεγε ο Διογένης Λαέρτης», όπως γράφουν εννοώντας, προφανώς, το Διογένη το Λαέρτιο.

Μια πρώτη τοποθέτηση πάνω στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση είχα την ευκαιρία να κάμω στην «Ημερίδα» που οργάνωσε στην Πανεπιστημιούπολη η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου (27 Νοεμβρίου 2004). Οι τρεις πρώτες, από τις εννέα ομιλίες που έγιναν συνολικά, είχαν ως θέμα το «Προσανατολισμοί της Παιδείας στην Ευρωπαϊκή Κύπρο του 21 ου αιώνα» με ομιλητές τον Πρόεδρο της «Επιτροπής Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης» κ. Ανδρέα Καζαμία, που στήριξε βέβαια τη Μεταρρύθμιση, τον πρώην Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ουράνιο Ιωαννίδη, που εκδήλωσε την αντίθεση του σε αρκετά σημεία, και τον τ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Παναγιώτη Περσιάνη, που διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις, διαφωνίες ή επιφυλάξεις.

Στο ένα, ενάμισι λεπτό που μου δόθηκε ο λόγος στο τέλος της «Ημερίδας» αναφερόμενος στην εισήγηση της Επιτροπής για «απάλειψη των στενά εθνοκεντρικών, μονοπολιτισμικών και κατ’ επέκταση εθνικο-δυιστικών στοιχείων», όπως τα χαρακτηρίζει, δήλωσα ότι:

«Η προσωπική μου άποψη είναι ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν περιλαμβάνει στοιχεία που να χαρακτηρίζονται από «στενά εθνοκεντρικό» πνεύμα, ότι έχει δημοκρατικό χαρακτήρα, ότι λαμβάνει υπόψη και εκτιμά τους πολιτισμούς άλλων λαών και δεν χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία.

Αναγνωρίζω, είπα, ότι περιθώρια βελτιώσεως μπορεί να υπάρχουν και σ’ αυτόν και σε άλλους τομείς, αλλά τούτο δεν αποτελεί-πιστεύω- δικαιολογία η εκπαίδευση των Ελληνοκυπρίων να μη έχει ως δεδηλωμένο στόχο, και βασικό μάλιστα, να καλλιεργήσει και συντηρήσει την Ελληνική ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων και τη Χριστιανική αγωγή και πίστη τους, κάτι το οποίο δεν βλέπω να σημειώνεται ως στόχος των Ελληνικών σχολείων της Κύπρου στην Έκθεση της Επιτροπής».

Πρόσθεσα ότι η παράλειψη μπορεί να μη έγινε ενσυνείδητα κι η Επιτροπή να μη είχε ορθή πληροφόρηση γι’ αυτό που ονομάζει «στενά εθνοκεντρικών στοιχείων».

Ωστόσο, μια προσεκτική μελέτη του «Μανιφέστου» αλλά και της ογκώδους «Έκθεσης της Επιτροπής» οδηγεί, πιστεύω, στο αβίαστο συμπέρασμα ότι στόχος της μεταρρύθμισης είναι ο εθνικός και θρησκευτικός αποπροσανατολισμός των Ελληνοκυπρίων μαθητών με την αποφυγή καλλιέργειας Ελληνικής εθνικής συνείδησης και Χριστιανικής πίστης, του αισθήματος του ανήκειν σε μια ευρύτερη εθνική οικογένεια ομαίμων, ομοθρήσκων και ομογλώσσων με κοινό πολιτισμό, παραδόσεις και ιστορικές περιπέτειες. Η ιδιότητα του Έλληνα της Κύπρου ως Κύπριου πολίτη, ως Ευρωπαίου πολίτη ή και ως κοσμοπολίτη, όπως τον θέλει η Μεταρρύθμιση, εκτοπίζει την έννοια της εθνικής καταγωγής, και ενώ απαιτείται από τον εκπαιδευτικό να αναπτύξει στους μαθητές «πανανθρώπινη ταυτότητα» -αν υπάρχει κάτι τέτοιο- ούτε λόγος πρώτα για εθνική ταυτότητα. Υπάρχουν πλείστα όσα στοιχεία μέσα στο «Μανιφέστο» και την «Έκθεση» της Επιτροπής που επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση.

Δεν μπορεί να είναι τυχαίο το ότι στους εκπαιδευτικούς στόχους της μεταρρύθμισης, που καταγράφονται και που καλύπτουν πέραν της μίας σελίδας, δεν αναφέρεται πουθενά ότι στόχος των σχολείων μας πρέπει να είναι η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης των Ελληνοκυπρίων μαθητών και της χριστιανικής πίστης τους. Επιμελώς διαγράφεται η λέξη «Έλληνας» και «Χριστιανός» από τους στόχους της παιδείας σαν να πρόκειται περί εκπαιδευτικού μιάσματος, ενώ είναι τοις πάσι γνωστόν ότι ο Ελληνικός και Χριστιανικός ανθρωπισμός σέβονται και εκτιμούν τις άλλες εθνότητες, θρησκείες και πολιτισμούς και ουδέποτε έβλαψαν άλλους αλλά, ως στοιχεία αυτοσεβασμού, επιστρατεύτηκαν για την προάσπιση και επιβίωση του λαού μας. Υπήρξαν πάντα τα όπλα της άμυνας μας, της αντοχής μέσα στα δεινά, της διεκδίκησης των δικαίων μας και της απελευθέρωσης μας από ξένους κατακτητές και δυνάστες.

Αντί τούτου, μιας ελληνοπρεπούς δηλαδή ανθρωπιστικής παιδείας, στόχος καταγραμμένος της Μεταρρύθμισης είναι αυτό που εντυπωσιακά χαρακτηρίζεται ως «απελευθερωτική ανθρωποκεντρική παιδεία», που να «απελευθερώνει», δηλαδή, -υποθέτω- τα παιδιά μας από του να λέγονται, να είναι και να νιώθουν Έλληνες και Χριστιανοί αλλά απλά «άνθρωποι». Η τέτοια «απελευθερωτική» παιδεία- από τα δεσμά της «αγάπης» της πατρίδας- θα στοχεύει στη «διαμόρφωση ανθρώπων-πολιτών», που σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση θα χαρακτηρίζονται από «κριτική σκέψη, ευστροφία πνεύματος, αυτογνωσία (αν είναι δυνατό!)- όχι βέβαια εθνική- από φαντασία, δημοκρατικές αρετές και διαθέσεις και «ανθρωπιά», ως εάν είναι αδύνατο να διαθέτει κάποιος τις αρετές αυτές αν λέγεται και είναι Έλληνας άνθρωπος, Άγγλος, Γάλλος , Γερμανός, και όχι απλά άνθρωπος χωρίς ταυτότητα.

Ένας άλλος παρεμφερής στόχος που καταγράφεται είναι η «διαμόρφωση ανθρώπων-πολιτών με δημοκρατικό πνεύμα, δημοκρατικές αξίες, ηθικοπολιτικές αρετές ( civic virtues ) και διαθέσεις/στάσεις (όπως η δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, η «φιλία», η ανεκτικότητα, η συνεργασία, η ευαισθησία, η σωφροσύνη), και με κριτικό και ανθρώπινο νου/μυαλό/σκέψη.» Αλλά οι αρετές αυτές, όπως και οι προηγούμενες και άλλες που προστίθενται ως «στόχοι» της Μεταρρύθμισης, και που τις καλλιεργεί το «Δημοκρατικό σχολείο» για να προικίσει μ’ αυτές τον «άνθρωπο-πολίτη», ούτε ήταν ούτε είναι εκτός των στόχων του εκπαιδευτικού μας συστήματος . Και, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να τις διαθέτει και τις διαθέτει και ένας που έχει διαμορφώσει υγιά εθνική συνείδηση. Αλλοίμονο αν οι πιο πάνω αρετές προσιδίαζαν μόνο σε ανθρώπους άχρωμους. Δύσκολα θα εύρισκε τότε κανείς λαούς που να τις διαθέτουν. Γιατί λοιπόν πρέπει εμείς να αρνηθούμε την Ελληνικότητα μας; Φαινομενικά λιγότερο απόλυτη, στην πραγματικότητα όμως εξίσου επικριτική για την Ελληνική παιδεία της Κύπρου είναι η εκτίμηση που καταγράφεται, χωρίς την αναγκαία τεκμηρίωση, ότι η Φιλοσοφία του Ελληνοκυπριακού σχολικού συστήματος όπως διατυπώνεται στα επίσημα κείμενα περιλαμβάνουν ( sic ) μερικές σύγχρονες και προοδευτικές ιδέες/αντιλήψεις, αλλά στα εν λόγω κείμενα συμπεριλαμβάνονται και πολλά στοιχεία της παραδοσιακής ελληνοεθνοκεντρικής φιλοσοφίας». Πάλιν οι λέξεις του σκανδάλου, «Έλληνας» και «Έθνος», τόσον ενοχλητικές για μερικούς, χωρίς να κατονομάζονται ποια είναι συγκεκριμένα αυτά τα «πολλά» και βλαβερά «στοιχεία» της τόσον αποκρουστικής «παραδοσιακής ελληνοεθνοκεντρικής φιλοσοφίας». Μας θυμίζει τούτο τα αισθήματα των Άγγλων αποικιοκρατών που δεν μπορούσαν να «χωνέψουν» το Παγκύπριο Γυμνάσιο και τα άλλα Ελληνικά Γυμνάσια της Κύπρου που αντιστάθηκαν στα μέτρα της ξένης κυβέρνησης και στο δέλεαρ της επιχορήγησης για αλλαγή του προγράμματος τους και στάθηκαν αγωνιστικές επάλξεις με επί κεφαλής την Εθναρχούσα Εκκλησία, ενώ από την άλλη μεριά οι Άγγλοι προσπαθούσαν να εξυψώσουν τα Αγγλοκρατούμενα σχολεία και ιδιαίτερα την Αγγλική Σχολή, « The English School », προωθώντας δικούς τους αποφοίτους, και με άλλα ανθελληνικά μέτρα, όπως την κατάργηση των Ελληνικών Διδασκαλείων και την ίδρυση του Teachers Training College Morphou , κ.ά. Ενοχλούνταν οι Άγγλοι από τις λέξεις Έλληνας, Ελληνοκύπριος, Ελληνική γλώσσα και παιδεία , Ελληνικό έθνος και κάθε τι Ελληνικό. Γιατί, όμως, πρέπει να ενοχλούμαστε κι εμείς, και να πρέπει να τα διαγράψουμε από τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, από το λεξιλόγιο κι από την καρδιά μας;

Ποια είναι αυτή η «παραδοσιακή Ελληνοεθνοκεντρική φιλοσοφία» δεν μας εξηγούν, αποφαίνονται όμως ότι «παρά τις προσπάθειες ανανέωσης και εκσυγχρονισμού, το πρόγραμμα των μαθημάτων, ο βασικός τους κορμός, οι συσχετισμοί στο ωρολόγιο πρόγραμμα, η αντιστοιχία του διδακτικού χρόνου προς τη διδακτέα ύλη, η έννοια και το περιεχόμενο της Γενικής Παιδείας και ο ημερολογιακός χρόνος στο Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο ουσιαστικά έχουν παραμείνει αναλλοίωτα.» Αυτά που καταλογίζονται σε βάρος της παιδείας μας, δεν έχουν γενική ισχύ για όλα τα πιο πάνω, γι αυτό και είναι παραπλανητικά. Και ένα μόνο παράδειγμα διαψεύδει τον απόλυτο αυτό ισχυρισμό: ο ολέθριος εξοστρακισμός της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας από όλα τα Γυμνάσια του Ελληνισμού εν μια νυκτί και η ενίσχυση των (ωρών των) ξένων γλωσσών.

Ποια μέτρα εισηγείται η Μεταρρύθμιση για να απαλλαγεί η εκπαίδευση μας από τις αδυναμίες, τα τρωτά και τις δυσάρεστες συνέπειες του «ελληνοκυπριακοκεντρικού,» «στενά εθνοκεντρικού» και «πολιτισμικά μονολιθικού» προσανατολισμού της; Ένας από τους βασικότερους τρόπους είναι, όπως εισηγείται, να αλλάξει το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, τα αναλυτικά προγράμματα και τα σχολικά βιβλία για να προσφέρουν «πολυπολιτισμική/διαπολιτισμική εκπαίδευση». Άλλα μέτρα που θεωρείται αναγκαίο να ληφθούν είναι η κατάλληλη μόρφωση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή της Μεταρρύθμισης και τα χαρακτηριστικά που να τους διακρίνουν, οι στόχοι που πρέπει να θέτουν στο μάθημα, η εισαγωγή νέων μεθόδων διδασκαλίας, και άλλα. Οπωσδήποτε είναι αποδεκτός και επιβάλλεται ο εκσυγχρονισμός και η συνεχής βελτίωση στα πιο πάνω και σε άλλα θέματα.

Δυστυχώς, όμως, και στα θέματα αυτά παραγνωρίζεται ή υποτιμάται ό,τι γινόταν μέχρι σήμερα, ή αισθητά απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην παιδεία ως συνδεόμενη με την παιδεία Ελλήνων εκπαιδευτικών και Ελλήνων μαθητών. Οι δάσκαλοι, αναφέρεται, πρέπει να «καταρτίζονται και να μορφώνονται ως δημοκρατικοί παιδαγωγοί» με «περισσότερη έμφαση στην Παιδεία του Δημοκρατικού πολίτη ( citizenship education )» και να είναι «στοχαστικο-κριτικοί» με έμφαση στην εκπαίδευση τους στην «κριτική παιδαγωγική». Καμμιά αναφορά σε χαρακτηριστικά που να τον διαφοροποιούν ως Έλληνα δάσκαλο. Εξ άλλου, στους οκτώ στόχους του εκπαιδευτικού που καταγράφονται, επιμελώς παραλείπεται ως στόχος η καλλιέργεια στους μαθητές εθνικής συνείδησης αλλά η ανάπτυξη, όπως ανάφερα, «πανανθρώπινης ταυτότητας» εκεί που αναμέναμε ότι πρέπει να καλλιεργήσει πρώτα τη δική του ταυτότητα με σεβασμό και στην ταυτότητα των άλλων.

Δεν είναι δυνατό να επεκταθώ περισσότερο. Αλλά θα αποτελούσε σοβαρή εκ μέρους μου παράλειψη, που θα προσήγγιζε τα όρια της αγνωμοσύνης, αν δεν απέρριπτα ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι η Ελληνική παιδεία της Κύπρου που έφθασε σε πολύ υψηλά επίπεδα τα χρόνια της Ανεξαρτησίας , ευθυγραμμισμένη βασικά με την παιδεία της Ελλάδας, και πριν ακόμα επί Αγγλοκρατίας με τα Γυμνάσια που ανάφερα, ότι αυτή η ζηλευτή παιδεία αγνοούσε και αγνοεί δήθεν όλο τον άλλο κόσμο, όλες τις ηπείρους και τους λαούς, όλους τους άλλους πολιτισμούς και ασχολείται τάχα μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο, είναι «Ελληνοκυπριακοκεντρική». Σαν να μη μιλάμε ούτε για Άγγλους, ούτε για Γάλλους, ούτε για Γερμανούς, Ιταλούς και Ρώσους, ούτε για Τούρκους, ούτε για την Αμερική, την Ευρώπη, την Ασία και τις άλλες ηπείρους, ή σαν να παραγράφουμε όλους τους άλλους πολιτισμούς και εκθειάζουμε με ναρκισσισμό μόνο το δικό μας πολιτισμό σε ένα πλαίσιο «πολιτισμικά μονολιθικό» και «στενά εθνοκεντρικό». Ουδέν τούτου αναληθέστερον όπως γνωρίζουν όσοι αποφοίτησαν από Ελληνικό Γυμνάσιο στην Κύπρο από της Αγγλοκρατίας μέχρι σήμερα. Η αξιολόληση και τυχόν αναθεώρηση του περιεχομένου της εκπαίδευσης είναι θεμιτή, όχι όμως με την εκ προοιμίου καταδίκη, την παρασιώπηση ή την παραπλανητική παρουσίαση του τι πράγματι γίνεται ή επετεύχθη.

Το παρελθόν δεν πρέπει να μηδενίζεται, όταν είναι άξιον επαίνου. Αλλά ούτε και το παρόν, αδίκως. Όταν ως στόχος του εκπαιδευτικού, όπως τον θέλει η Μεταρρύθμιση, καταγράφεται η εκ μέρους του «συνειδητοποίηση ότι πρέπει η διδακτική του προσέγγιση να διαφέρει από τον τρόπο που ο ίδιος διδάκτηκε», αποτελεί τούτο απορριπτέα και αντιπαιδαγωγική θέση γιατί εκ προοιμίου καταδικάζονται αυθαίρετα συλλήβδην όλες οι ώς τώρα μέθοδοι διδασκαλίας, όλων των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευσάντων τούτους, ως υποδεέστερες και από τη χειρότερη μέθοδο του χειρότερου, υποθετικά, εκπαιδευτικού της Μεταρρύθμισης. Τώρα θα αρχίσει, για πρώτη φορά, η μόνη ορθή εκπαίδευση των εκπαιδευτικών της Κύπρου; Ή μήπως τώρα για πρώτη φορά θα διδαχθούν πώς θα διδάσκουν τον Κύπριο του «έθνους-κράτους», τον Έλληνα Κύπριο που δεν πρέπει να προσβλέπει στην Ελλάδα για ανώτερες σπουδές, όταν θα έχει επιτευχθεί ο στόχος της Μεταρρύθμισης για «σταδιακή μείωση της εξάρτησης (!) της Κύπρου από την Ελλάδα», αντί ευγνωμοσύνης για γενναιόδωρη μητρική προσφορά δωρεάν παιδείας- ανώτατης, ανώτερης, μέσης και κατώτερης- σε χιλιάδες χιλιάδων Κυπρίους; Μήπως το θέμα είναι η σταδιακή μείωση των στενών επαφών και δεσμών των Ελλήνων της Κύπρου με την Ελλάδα;

Σταματώ εδώ και συνοπτικά αναφέρω ότι, κατά τη άποψη μου, δεν υπάρχουν Ελληνοκυπριακοκεντρικά στοιχεία στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Δεν είναι εθνοκεντρικό και πολιτισμικά μονολιθικό αλλά επεκτείνεται και στη γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού άλλων λαών.

Καλλιεργεί τις ανθρωπιστικές, ηθικοπολιτικές αρετές, τις νοητικές και άλλες ικανότητες, τις οποίες το Σχέδιο της Μεταρρύθμισης προσθέτει ως μη υπάρχουσες στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Καλλιεργεί την έννοια του ελεύθερου δημοκρατικού πολίτη αλλά όχι του άχρωμου πολίτη.

Όπως οι άλλοι Ευρωπαϊκοί λαοί της ενωμένης Ευρώπης προάγουν την Ευρωπαϊκή συνείδηση και διάσταση χωρίς να έχουν διαγράψει ή απαρνηθεί την εθνική ταυτότητα τους, έτσι συμβαίνει και στη δική μας περίπτωση.

Η εκπαίδευση μας δεν καλλιεργεί το ρατσισμό, όπως εξυπακούει η εισήγηση να γίνουν προγράμματα αντιρατσιστικής εκπαίδευσης.

Δεν υπάρχει κοινωνικός αποκλεισμός από τα σχολεία μας, ώστε να δικαιολογείται η εισήγηση για καταπολέμηση του.

Η έννοια του κράτους δεν υποκαθιστά την έννοια του έθνους, όπως και η έννοια του πολίτη δεν εκμηδενίζει την εθνική συνείδηση. Γι αυτό και δε νοείται η Κύπρος να μετατραπεί σε «έθνος-κράτος», όπως χαρακτηρίζεται από τη Μεταρρύθμιση.

Αποσαφηνίζω και πάλιν, ότι δεν τάσσομαι εναντίον της Μεταρρύθμισης στο σύνολο της , χωρίς τούτο να σημαίνει ότι και συμφωνώ με όλες τις εισηγήσεις της Επιτροπής στα άλλα επί μέρους θέματα. Περιθώρια βελτιώσεως υπήρχαν, υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά σε όλες τις χώρες. Η εκπαίδευση είναι ζωντανός οργανισμός που χρειάζεται συνεχή αξιολόγηση και επιδέχεται βελτίωση σε πλείστους όσους τομείς.

Η ριζική διαφωνία μου εντοπίζεται στους σκοπούς και στόχους που θέτει ή δεν θέτει η Μεταρρύθμιση, στους προσανατολισμούς της παιδείας, στον τύπο του ανθρώπου και του Κυπρίου που θέλει να διαμορφώσει.

Αν υιοθετηθεί η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, τα σχολεία της Κύπρου αλλάζουν ριζικά χαρακτήρα και προσανατολισμό. Στο «Ανθρωποκεντρικό σχολείο», όπως ονομάζουν το σχολείο που θα διαδεχθεί τα σχολεία που είχαμε και έχουμε, ο τρόφιμος δεν είναι πια ο Έλληνας άνθρωπος, που σέβεται τον εαυτό του ως Έλληνα και Χριστιανό και τους άλλους, αλλά ο άχρωμος άνθρωπος, ο κοσμοπολίτης, χωρίς ταυτότητα και χωρίς εθνική συνείδηση.

Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πάνω στη γη και δεν δικαιούμαστε να συναινέσουμε στον εθνικό αποχρωματισμό και το θρησκευτικό αποπροσανατολισμό των νέων μας.

Η στάση της Εθναρχούσας Εκκλησίας της Κύπρου, όπως τη διακήρυξε επίσημα στον ενθρονιστήριο λόγο του, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος Β’, είναι απόλυτα σύμφωνη με τη μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας μας που στήριξε την παιδεία, συντήρησε την Ελληνική παράδοση και προάσπισε το λαό μας από ποικίλους κινδύνους. Η εκκλησία θα τιμήσει τις κατακτήσεις της και σήμερα με δραστικά μέτρα. Την ίδια διαβεβαίωση και αποφασιστικότητα εξέφρασε, ουχί άπαξ, και ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Πάφου κ. Γεώργιος, ως Πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας της Ιεράς Συνόδου και της Επιτροπής Βιοηθικής. Το αίτημα της Εκκλησίας να εκπροσωπείται στο Συμβούλιο Παιδείας είναι το ελάχιστο που δικαιούται, δεδομένου μάλιστα ότι, απ’ ότι έχω υπόψη μου, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος τέως Κύπρου Χρυσόστομος Α’ παρίστατο στις Συνεδρίες του τότε Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Μεταξύ των μέτρων τα οποία, όπως έγινε γνωστό, η Εκκλησία της Κύπρου μελετά και φαίνεται αποφασισμένη να λάβει για τη διασφάλιση του εθνικού και θρησκευτικού προσανατολισμού της παιδείας μας, ως Ελληνοχριστιανικής, είναι και η εξαγγελθείσα ίδρυση σχολείων, συμπεριλαμβανομένου και προτύπου ή προτύπων σχολείων.

Τούτο έγινε ευμενώς δεκτό από την κοινή γνώμη. Προσωπικά, χαιρετίζω με ιδιαίτερη ικανοποίηση την απόφαση ή τη μελετώμενη λήψη του μέτρου αυτού, καθότι φέρνει στην επικαιρότητα παλαιότερη «Εισήγηση» μου «Προς τη Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου για την

Ίδρυση, Οργάνωση και Λειτουργία στην Κύπρο ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ». Την Εισήγηση, που καλύπτει όλα τα θέματα σε πέραν των σαράντα σελίδων, υπόβαλα τον Αύγουστο 1986 με σκεπτικό την «Ανάγκη ενίσχυσης της Ελληνικής και Χριστιανικής Παιδείας» και την πεποίθηση, ότι θα μπορούσε «να γίνει υπόδειγμα για όλο τον Ελληνισμό και να εξελιχθεί στον τομέα της σε μία Μεγάλη του Γένους Σχολή», σε μια εποχή που η προηγηθείσα κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών από το Γυμνάσιο είχε πλήξει σοβαρά -καίρια, θα έλεγα- όχι μόνο την αρχαία ελληνική αλλά και τη Χριστιανική παιδεία.

Λόγω της μεγάλης δαπάνης που θα συνεπαγόταν η ίδρυση της Σχολής δεν ανελήφθη τότε το έργο από την Εκκλησία. Ενημέρωσε, όμως, ο Μακαριώτατος τ. Κύπρου Χρυσόστομος Α’ τον τότε Υπουργό Παιδείας Ανδρέα Χριστοφίδη, ο οποίος και ανάλαβε να μετατρέψει το ιστορικό Παγκύπριο Γυμνάσιο σε Πρότυπο Σχολή, στο πνεύμα της Εισήγησης, με «μεγαλύτερη έμφαση στα κλασσικά γράμματα». Τούτο ανάφερε σε ομιλία του στην Αίθουσα Τελετών του Παγκυπρίου Γυμνασίου, στις 13 Δεκεμβρίου 1987, στον Επίσημο Εορτασμό των 175 χρόνων του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Πρόσθεσε μάλιστα, προεκτείνοντας την εισήγησή μου, ότι «ανάλογα ειδικά σχολεία θα ήτο δυνατόν να μελετηθεί να γίνουν στις τρεις άλλες πόλεις των ελεύθερων περιοχών της Κύπρου, στον τομέα των θετικών, των οικονομικών και των γεωργικών επιστημών αντιστοίχως». Είναι λυπηρό το ότι, ατυχώς, λόγοι οικονομικοί και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν την ίδρυση τότε της Σχολής. Αν ιδρυόταν θα είχε ζωή σχεδόν είκοσι ετών. Και η ακτινοβολία της θα ξεπερνούσε τα σύνορα της Κύπρου, κι αυτά ακόμα της Ελλάδας.

Ποτέ δεν είναι αργά. Γιατί ο Ελληνισμός πρέπει να επιβιώσει. Και για να επιβιώσει πρέπει να εξουδετερωθούν όσοι απεργάζονται τον εθνικό αποχρωματισμό και τον θρησκευτικό αποπροσανατολισμό του με την αποσύνδεση μας από τις φυλετικές και γλωσσικές ρίζες μας, το ιστορικό παρελθόν μας, από τον πνευματικό και πολιτιστικό πλούτο και τη θρησκευτική μας παράδοση.

Η συνταγή είναι δοσμένη για όσους θέλουν να πλήξουν τον Ελληνισμό. Τη διατύπωσεν εύγλωττα ο γνωστών αισθημάτων απέναντι του Ελληνισμού Χένρι Κίσσιγκερ, με τα εξής που φέρεται να είπε σε ομιλία του: « Ο Ελληνικός λαός είναι ατίθασος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτιστικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ δηλαδή να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητα του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μάς, για την πολιτική των ΗΠΑ».

Το πρώτο πλήγμα κατά του Ελληνισμού, μέσα σε αυτό το πνεύμα, κατέφεραν οι εμπνευστές ή ο εμπνευστής της Μεταρρύθμισης του 1976 επί Υπουργίας Ράλλη, στην οποία αναφέρθηκα, με τη σαρωτική εξαφάνιση των Αρχαίων Ελληνικών από τα Γυμνάσια που μας συνέδεαν με τις γλωσσικές ρίζες μας αλλά και με άλλες διαστάσεις του πολιτισμού μας. Η αναγνώριση- όπως πληροφορούμαι- από τον ίδιο τον Ράλλη του μεγάλου λάθους του κι η μεταμέλεια του ήρθαν πολύ αργά και κανένα από τα ημίμετρα που λήφθηκαν αργότερα δε μπόρεσε ν’ αντισταθμίσει τις αρνητικές συνέπειες του μέτρου τούτου, τις οποίες γνωρίσαμε κι εμείς εδώ στην Κύπρο.

Ένα δεύτερο πλήγμα, πολύ σοβαρότερο για την Κυπριακή εκπαίδευση και το λαό μας θα είναι η τυχόν εγκατάλειψη των βασικών σκοπών και στόχων της παιδείας μας, να μη καλλιεργείται δηλ. στο εξής Ελληνική εθνική συνείδηση και Χριστιανική πίστη στους μαθητές μας, αλλά η συνείδηση ότι ως Κύπριοι ανήκουν σε δικό τους έθνος-κράτος, την Κύπρο, με Ευρωπαϊκή ταυτόχρονα υπερεθνική συνείδηση του Ευρωπαίου πολίτη και με «πανανθρώπινη ταυτότητα».

Όπως όλοι ξέρουμε, η Κύπρος δεν είναι έθνος-κράτος. Είναι δικοινοτικό κράτος με δύο κοινότητες, και κάθε προσπάθεια που καταβάλλεται, από το «Ελληνο-Κυπριακή» κοινότητα και το «Ελληνο-κύπριος», να διαγραφεί το «Έλληνας» και να μείνει μόνο το «Κύπριος», με εθνική σημασία, θα πρέπει να εξουδετερωθεί. Ο αγώνας για τη συντήρηση της εθνικής μας ταυτότητας είναι εξίσου ιερός με τον αγώνα για την προάσπιση της πατρίδας και την απελευθέρωση της τουρκοκρατούμενης γης των πατέρων μας, που την έχουν κάμει αγνώριστη οι Τούρκοι κατακτητές με την τουρκοποίηση των Ελληνικών ονομάτων, τη βεβήλωση των Χριστιανικών ναών μας και με άλλους τρόπους. Ο πρώτιστος σκοπός των σχολείων μας πρέπει να είναι η απελευθέρωση της πατρίδας μας και όχι η αλλαγή του Ελληνοκυπρίου σε Κύπριο και άχρωμο κοσμοπολίτη.

Πλείστοι όσοι επισήμαναν ήδη τον κίνδυνο του αποπροσανατολισμού της παιδείας μας με τον προτεινόμενο «ιδεολογικό αναπροσανατολισμό και την αναμόρφωση της σκοποθεσίας» της Κυπριακής εκπαίδευσης. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν με αισθητή πάντα την ενεργό παρουσία της Εκκλησίας της Κύπρου στην πρώτη γραμμή. Είναι στους δικούς της αγώνες και θυσίες που οφείλεται πρωτίστως η επιβίωση μας ώς σήμερα ως Ελλήνων και ως Χριστιανών Ορθοδόξων. Στο καίριας σημασίας αυτό θέμα, την ανάγκη συντήρησης της ταυτότητας του Ελληνισμού της Κύπρου, πρέπει όλοι να σταθούμε στο πλευρό της. Η οργάνωση του σημερινού Συμποσίου, για το οποίο η «Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων» είναι άξια συγχαρητηρίων, ας αποτελέσει την απαρχή για τη διοργάνωση παρόμοιων εκδηλώσεων και κινητοποιήσεων για ορθή διαφώτιση και εγρήγορση.

Ο Ελληνισμός της Κύπρου πρέπει να επιβιώσει, να επιβιώσουμε ως Έλληνες, με Ελληνική εθνική ταυτότητα, όχι ως άχρωμοι κοσμοπολίτες, με μια ανύπαρκτη «πανανθρώπινη ταυτότητα».

Κώστας Ε. Χατζηστεφάνου

Προσανατολισμός και σκοποθεσία της Εκπαίδευσης

των Ελλήνων Κυπρίων

IMG_0459Έχω μελετήσει με προσοχή τη βιβλιογραφική έρευνα που κατατέθηκε για την ευαγγελιζόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι πλούσια σε πηγές. Και πολλά τα όσα καταγράφονται. 359 σελίδες δεν είναι λίγες.

Η σχετική βιβλιογραφία βέβαια είναι τόση που δεν αρκούν όχι μια μα ούτε πολλές ζωές για ν’ ανατρέξει κάποιος. Να μελετήσει, να απορρίψει, να ενστερνιστεί, να συνοψίσει και να συγκροτήσει ένα υπόβαθρο θεωρητικό γι’ αυτά που επιλέγει τελικά να προβάλει. Είναι και χρήσιμος και σκόπιμος ένας τέτοιος λόγος ανασκόπησης. Ακόμα πιο χρήσιμος και πιο σκόπιμος είναι και ένας δεύτερος και ένας τρίτος τέτοιος λόγος. Δεν είναι αχρείαστο να συζητήσει κάποιος τη βιβλιογραφική ανασκόπηση αλλά δεν είναι και το καθοριστικό για το ζητούμενο. Γιατί το ζητούμενο είναι το διά ταύτα. Δηλαδή πως η θεωρία γίνεται πράξη. Πως όσα ωραία και καλά λένε οι θεωρίες γίνονται εκπαιδευτική πράξη. Στην εκπαίδευση η απάντηση στο τι πρέπει να γίνει ως τελικό αποτέλεσμα είναι και ο στόχος. Και έχουμε αποτέλεσμα αν ο στόχος είναι μετρήσιμος ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και ποιοτικά και ποσοτικά.

Η επιτροπή εισηγείται ιδεολογικό αναπροσανατολισμό και αναμόρφωση σκοποθεσίας. Τούτο σημαίνει με απλά λόγια ότι κάποια αν όχι όλα όσα αποτελούσαν τον ιδεολογικό προσανατολισμό της παιδείας μας θα πρέπει να αλλάξουν και οι σκοποί να αντικατασταθούν από άλλους.

Στο μανιφέστο καταγράφει η επιτροπή ότι ο προσανατολισμός της παιδείας μας είναι «ελληνοκυπριακοκεντρικό, στενά εθνοκεντρικό και πολιτισμικά μονολιθικό και αγνοεί τη διαπολιτισμικότητα και την πολιτισμικότητα της Κυπριακής κοινωνίας καθώς και τον εξευρωπαϊσμό και τη διεθνοποίηση της Κυπριακής εκπαίδευσης» .

Είναι έτσι ακριβώς, ή έτσι λίγο ή πολύ, ή ήταν έτσι μέχρι πρότινος, ή μέχρι και τώρα, είναι ένα δοσμένο που όσο κι αν το συζητούμε δεν βλέπω ότι προσθέτει στο δημόσιο διάλογο τη δυνατότητα σύγκλισης απόψεων. Η τοποθέτηση της επιτροπής είναι απόλυτη και παγιωμένη και ο αναπροσανατολισμός και η νέα σκοποθεσία είναι η ίδια η πρόταση της. Η δική μου θέση είναι ότι ο προσανατολισμός της παιδείας κάθε τόπου και κάθε λαού όπως και η σκοποθεσία της παιδείας τους είναι συναρτημένη ευθέως με τη δοσμένη χρονική συγκυρία και την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.

Όταν λοιπόν συζητούμε για προσανατολισμό και σκοπούς και γιατί όχι στόχους της παιδείας των Ελλήνων της Κύπρου δεν μιλούμε για την παιδεία της Χονολουλούς, της Χαβάης ή κάποιου εξωτικού νησιού με αδιατάρακτη ειρήνη αιώνων αλλά για την παιδεία ενός ημικατεχόμενου τόπου, που το 40% του εδάφους του για 32 χρόνια το πατά η μπότα του Αττίλα και του λαού των 169000 εκτοπισμένων στην ίδια τους την πατρίδα με ζώσα τη γενιά που υπέστη τους βιασμούς, τις δηώσεις την αιχμαλωσία και τη θυσία των παιδιών του και που συνεχίζει να ζει δράματα όπως των αγνοουμένων, των εγκλωβισμένων, των αναπήρων πολέμων και τόσων άλλων. Ενός λαού που με θυσίες που μόνο όσοι τις υπέστησαν ξέρουν, πέτυχε το θαύμα οικονομίας, παιδείας, υγείας που το κατέταξαν στα 25 πιο ενημερούντα κράτη του κόσμου και που του επέτρεψαν να είναι μέλος της Ε.Ε. και ν’ ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον. Ένα μέλλον ελευθερίας και ειρήνης και όχι μέλλον αποχρωματισμού και ισοπέδωσης.

Οραματιζόμαστε για τα παιδιά μας να είναι σωστοί Έλληνες – Κύπριοι που θα ζουν και θα διακρίνονται στην Ευρωπαϊκή ιδιαίτερη πατρίδα τους (των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των βασικών ελευθεριών) και στην Ευρώπη όλη, μα και στην οικουμενική πατρίδα γη και όχι νέους Ευρωπαίους χωρίς ταυτότητα, ιδιοσυστασία και πολιτισμό δικό τους που θα ζουν στην Κύπρο. Μια νεότητα που θα δίνει και θα παίρνει σεβασμό, σε μια κοινωνία ανοχής και συνύπαρξης χωρίς στρατούς κατοχής. Σε τούτο το πλαίσιο είναι προσανατολισμένη και η παιδεία μας και ανάλογοι είναι οι σκοποί και οι στόχοι της. Ανάλογοι και αντίστοιχοι με τους σκοπούς τους στόχους και τον προσανατολισμό της παιδείας των απανταχού Ελλήνων. Των Ελλήνων της μητροπολιτικής Ελλάδας, των Ελλήνων των χαμένων πατρίδων, των Ελλήνων των νέων πατρίδων. Και δεν θα είμαστε εμείς οι 700.000 Έλληνες που θα αλλάξουν πορεία μετά από 3500 χρόνια, από τα 17000000 του Ελληνισμού της οικουμένης και θα αγωνιστούμε γι’ αυτό. Για να μην γίνουμε η τελευταία γενιά Ελλήνων τούτου του τόπου.

Επειδή όμως είναι χρήσιμο να ξέρουμε που είναι σήμερα προσανατολισμένη η παιδεία μας και ποιοι είναι οι σκοποί και οι στόχοι της, κάτι που επιμελώς αποφεύγει να κάνει η επιτροπή, το παραθέτουμε.

Για να ξέρουν όλοι, τι με πάθος υποστηρίζουμε. Για να ξέρουν όλοι, που μέσα από την εξελικτική της πορεία, με σεβασμό και στη παιδεία των σχολικών εφορειών της εποχής της αποικιοκρατίας και των προηγούμενων διακυβερνήσεων Μακαρίου, Κυπριανού, Βασιλείου, βρίσκεται μετά και τη διακυβέρνηση Κληρίδη και τα τελευταία τέσσερα χρόνια με τη διακυβέρνηση Παπαδοπούλου και που αναμφίβολα είναι το στέρεο θεμέλιο που μας έφερε όρθιους και ακμαίους στην τρίτη χιλιετία και την Ε.Ε. με καταξιωμένη ιστορική πραγματικότητα την Κυπριακή Δημοκρατία. Και που αποδεδειγμένα μας εγγυάται ένα καλύτερο, ελεύθερο κι ειρηνικό αύριο. Μια παιδεία με το δικό της στίγμα, το αξιακό σύστημα του λαού μας και όχι μια παιδεία άχρωμη, άοσμη και άγευστη.

Στο διά ταύτα λοιπόν.

Κατηγορείται ευθέως ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος από πολλούς ως εθνικιστής για πολλές επιλογές του όχι μόνο τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του μα και για τη ζωή και δράση του όλη. Κατηγορήθηκε και κατηγορείται και έμμεσα αλλά και ευθέως από πολλούς ο Γλαύκος Κληρίδης ότι οι επιλογές του σε ότι αφορά τους Υπουργούς Παιδείας που υπηρέτησαν τις κυβερνήσεις του ήσαν επιλογές ακραίων εθνικιστών. Κατηγορήθηκε αμέσως μετά το δημοψήφισμα ο υποφαινόμενος τόσο από φίλους και συναδέλφους του τόσο στο Υπουργικό Συμβούλιο του Γλαύκου Κληρίδη όσο και στο κόμμα του το ΔΗΣΥ αλλά και από φίλους στα κόμματα της συμπολίτευσης αλλά και της αντιπολίτευσης, ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν και αποτέλεσμα της παιδείας που δόθηκε στα σχολεία μας στα τελευταία χρόνια αφού όπως έδειξαν οι έρευνες το ποσοστό του ΟΧΙ ήταν, ανεξάρτητα από όλους τους άλλους παράγοντες – τόπος καταγωγής, τόπος διαμονής, φύλο, οικονομική κατάσταση, κοινωνική θέση οικογένειας, κομματική ή ιδεολογική τοποθέτηση, αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία των ψηφισάντων. Δηλαδή τα πιο μεγάλα ποσοστά στο ΟΧΙ έδωσαν οι νέοι και μεταξύ τους τα πιο μεγάλα ποσοστά οι 18χρονοι έως 22χρονοι, και ακολουθούσαν οι 23χρονοι – 24χρονοι κοκ.

Η μόνη αλλά κάθετη διαφορά μας με τους κατηγόρους μας είναι στο γιατί έδωσαν έτσι τη ψήφο τους οι νέοι μας. ‘Εδωσαν έτσι τη ψήφο τους όχι γιατί είναι εθνικιστές (δηλαδή εχθροί των οποιονδήποτε άλλων ή των εποίκων ή των τουρκοκυπρίων) ή επειδή ήταν ακραία εθνικιστική η παιδεία που τους γαλούχησε, αλλά γιατί ήταν και είναι πατριώτες (δηλαδή αγαπούν την πατρίδα τους) γιατί έτσι τους γαλούχησε η παιδεία μας. Μια παιδεία που επιλέξαμε όλοι μαζί, που με νόμους καθορίσαμε τον προσανατολισμό τους σκοπούς και τους στόχους της και που με ευσυνειδησία υπηρέτησαν αυτούς τους σκοπούς Υπουργοί Παιδείας και οι Πρόεδροι μα πάνω απ’ όλους οι εκπαιδευτικοί μας.

Τούτη η παιδεία μέσα στον προσανατολισμό στους γενικούς σκοπούς και στόχους της εξειδικεύτηκε συγκεκριμένα στις παγκόσμιες αρχές της Ουνέσκο και το αξιακό σύστημα της Ευρώπης κι όπως εξαγγέλθηκε και καταγράφτηκε έτσι προωθήθηκε και υλοποιήθηκε.

Και είναι η ακόλουθη όπως είναι καταχωρισμένη στους φακέλλους του ΥΠΠκΠ και δημοσιοποιημένη μέσω των ΜΜΕ και δημοσιευμένη στην έκδοση, 10 χρόνια διακυβέρνησης Γλαύκου Κληρίδη, του Δεκεμβρίου του 2002. Και δεν άκουσα να άλλαξαν σ’ αυτή έστω ένα νι ή ένα σίγμα.

Το αν θα αλλάξει, πότε και με τι θα το δούμε. Και θα δούμε αν θα συναινέσει ο Πρόεδρος κος Τάσσος Παπαδόπουλος.

Για να ξέρουμε κι εμείς αν συμφωνούμε. Εμείς θέλουμε Ελληνόπουλα που να ζουν και να διακρίνονται στην Ευρώπη (η Κύπρος είναι Ευρώπη) και τον κόσμο όλο και όχι Ευρωπαίους που να ζουν στην Κύπρο και που θα μπορούν να είναι Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλλοι κοκ. Τέτοιους δεν είναι ανάγκη να γαλουχήσουμε, μπορούμε να κάνουμε εισαγωγή. Και να παραδώσουν την κρίσιμη ώρα την Κύπρο. Αν κάποιοι θέλουν Ευρωπαίους που θα ζουν στην Κύπρο και όχι Έλληνες που θα ζουν στην Ευρώπη πρέπει να μας πουν χωρίς περιστροφές. Για να ξέρουμε αν αντί να γαλουχούμε, νέους που θα διεκδικούν ελευθερία θα ετοιμάσουμε νέους που θα αποδεχθούν την εθελοδουλεία και θα συμβιβαστούν με την κατοχή.

Ποια λοιπόν η παιδεία που δίνουμε εδώ και χρόνια αλλά και σήμερα στα παιδιά μας που επαναλαμβάνω και δημοσιοποιημένη και δημοσιευμένη είναι. Είναι η ακόλουθη :

«Το εκπαιδευτικό μας σύστημα για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις και τις προσκλήσεις της νέας χιλιετίας, συγκροτήθηκε στηριζόμενο σε επτά αρχές που έδωσαν πέντε απόλυτα διακριτούς πυλώνες, μα συνάμα συνυφαινόμενους. Όπως άλλωστε η παιδεία όλων των σύγχρονων κρατών.

Ποιες λοιπόν οι αρχές και ποιοι οι πυλώνες;

Αρχές

Είναι για μας το απόσταγμα της μακραίωνης πολιτισμικής και διανοητικής μας Ιστορίας. Συμπυκνώνουν τις γνωστικές μας κατακτήσεις υποδεικνύοντας συγχρόνως και τις δέουσες προοπτικές των εκπαιδευτικών μας πολιτικών και στρατηγικών.

Αρχή Πρώτη

«Δεν υπάρχει καμιά γνώση που να μην απειλείται σε κάποιο βαθμό, από το λάθος και την ψευδαίσθηση ». Τα λάθη του μυαλού οφείλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των εκπαιδευτικών μας ανησυχιών. Και η παιδεία πρέπει τούτο να το καταδείξει.

Αρχή Δεύτερη

Η παιδεία μας οφείλει να μυήσει τον πολίτη της νέας χιλιετίας στους τρόπους και τις μεθόδους με τις οποίες προσεγγίζονται οι κατηγορίες του πλαισίου, της σφαιρικότητας, του πολυδιάστατου και του πολύπλοκου. Η μέχρι χθες παιδεία μας «δεν μας έμαθε να συσχετίζουμε τις γνώσεις αλλά να τις διαχωρίζουμε, να τις περιχαρακώνουμε και να τις απομονώνουμε». Απαιτείται λοιπόν μια αλλαγή της σκέψης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίδια η ικανότητά μας να οργανώνουμε τη γνώση.

Αρχή Τρίτη

Γνωρίζουμε καλά ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που «ανέπτυξε με απίστευτο τρόπο τις δυνητικότητες της ζωής» . Γνωρίζουμε επίσης, ότι ο άνθρωπος ολοκληρώνεται ως πλήρες ανθρώπινο ον «μόνο μέσα από και μέσα στον πολιτισμό» . Οφείλουμε, επομένως, να οργανώσουμε «μια βασική και παγκόσμια εκπαίδευση που θα ασχολείται με την ανθρώπινη συνθήκη» με την πληρέστερη δυνατή γνωστική προσέγγιση της ανθρώπινης φύσης.

Αρχή Τέταρτη

Η παιδευτική προετοιμασία για την πλανητική μας εποχή φαίνεται πως επείγει.

Οφείλουμε επομένως να μη θέτουμε σε αντιπαράθεση το παγκόσμιο- οικουμενικό και τις πατρίδες, αλλά «να συνδέσουμε τις οικογενειακές, τοπικιστικές, εθνικές, ευρωπαϊκές μας πατρίδες, ομόκεντρα και να τις ενσωματώνουμε μέσα στο συγκεκριμένο σύμπαν της γήινης πατρίδας» . Όπως όλοι το κάνουμε στη σχέση ιδιαίτερης πατρίδας και εθνικής πατρίδας (και με την Ε.Ε. και στη σχέση με την υπερεθνική πατρίδα). Πράγματι, αν η έννοια της πατρίδας παραπέμπει σε μια κοινή ταυτότητα, σε μια σχέση συναισθηματικής υπαγωγής, εν τέλει σε ένα κοινό πεπρωμένο, «τότε μπορούμε να εισαγάγουμε την έννοια της Γης – Πατρίδας» .

Αρχή Πέμπτη

«Είναι αναγκαίο όσοι έχουν αναλάβει το έργο της εκπαίδευσης να πάνε στην πρώτη γραμμή της αβεβαιότητας των καιρών μας».

Αυτό σημαίνει ότι οφείλουμε να στηρίξουμε τη διδασκαλία με την οποία η σκέψη θα εξοπλισθεί για να αντιμετωπίσει την πανάρχαια κατά τα άλλα, αβεβαιότητα.

Αρχή Έκτη

Η κατανόηση συνιστά πρωταρχική παιδευτική στοχοθεσία. Για την εκπαιδευτική της πρόσληψη, ωστόσο, η μετάδοση και η πρόσληψη των πληροφοριών μέσω της προβεβλημένης ψηφιακής τεχνολογίας, δε φαίνεται να επαρκούν. Απαιτείται ιδιαίτερη παιδευτική προετοιμασία που θα καλλιεργεί τον αυτο-κριτικό έλεγχο. Πρόκειται για διαδικασία που αναμφιβόλως προϋποθέτει «μια μεταρρύθμιση των αντιλήψεων που επικρατούν» .

Αρχή Έβδομη

Κάθε πρόοδος που έχει να κάνει με τον άνθρωπο δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει «την ανάπτυξη συγχρόνως, της αυτονομίας του ατόμου, της συμμετοχής του στην κοινότητα και της συνείδησης του ότι ανήκει στο ανθρώπινο είδος» . Επομένως, η ηθική προς την οποία οφείλει να προσανατολίζει σταθερά η εκπαιδευτική μας διαδικασία, πρέπει να προβάλλει την ανθρωπότητα ως κοινή συνείδηση και κυρίως ως πλανητικό πεπρωμένο.

Οι αρχές αυτές όμως που αρχικά είχαν κατατεθεί από τον Εντγκάρ Μορέν στο πλαίσιο των σχετικών αναζητήσεων και πρωτοβουλιών της UNESCO για το σχεδιασμό των εθνικών εκπαιδευτικών πολιτικών που να επιδιώκουν τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των γνωστικών μας κατακτήσεων έπρεπε να μεταφραστούν σε πολιτική και στρατηγική. Σε μας εδώ έγινε ήδη. Και το αποτέλεσμα είναι οι ακόλουθοι πέντε πυλώνες.

Πυλώνες

Ο πρώτος πυλώνας είναι η καλλιέργεια της γλώσσας μας. Και μέσα απ’ αυτή η κατάδυση στην ιστορία και τον πολιτισμό μας, η σφυρηλάτηση των στοιχείων της εθνικής μας ταυτότητας, η αναγνώριση της προσφοράς μας στην εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας, η ανάπτυξη του αυτοσεβασμού, η πίστη στο μέλλον μας, η δημιουργία πολιτισμού, η υποχρέωση για ελευθερία και ειρήνη, για επανενιοποίηση της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Ο δεύτερος πυλώνας είναι η καλλιέργεια μιας δεύτερης και μιας τρίτης γλώσσας. Για να γνωρίσουν τα παιδιά μας άλλους πολιτισμούς κι άλλους λαούς. Να δουν πώς εκείνοι βλέπουν τους εαυτούς τους μα και πώς βλέπουν εμάς. Να σεβαστούμε το τι πρόσφεραν κι άλλοι για να φτάσει ο κόσμος μας εδώ που έφτασε. Να τους δείξουμε το σεβασμό που τους αξίζει μα και να απαιτήσουμε και τον ανάλογο σεβασμό. Για να γίνουν οι νέοι άνθρωποι πομποί και δέκτες.

Ο τρίτος πυλώνας είναι ο πυλώνας της επιστήμης των μαθηματικών και της τεχνολογίας. Για να είναι μέσα στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Για να είναι ισότιμοι εταίροι της νέας εποχής, της εποχής της γνώσης και της πληροφορίας. Για να τιθασεύσει τη σύγχρονη τεχνολογία και να τη θέτει στην υπηρεσία του και στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Για να πάρουν οι ίδιοι τον κόσμο πιο μπροστά.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι εκείνος της αισθητικής καλλιέργειας. Ο πυλώνας του κάλλους. Το θέατρο, ο χορός, το τραγούδι, η μουσική, η ζωγραφική και γενικά τα εικαστικά και κάθε μορφή τέχνης παλιά και νέα.

Ο πέμπτος πυλώνας είναι η Φυσική Αγωγή και ο Αθλητισμός. Το ομαδικό παιγνίδι μα και τα ατομικά αθλήματα που καλλιεργούν ψυχές και σώματα. Και που έχουν την Ολυμπιακή Παιδεία ως υπόβαθρο.

Αναμφισβήτητα η στενή και ειλικρινής συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων θα βοηθήσει ώστε η παιδεία μας στον 21 ο αιώνα να έχει τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις και να εκπληρωθούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό οι προσδοκίες του κυπριακού ελληνισμού για τη νέα γενιά».

Αν η επιτροπή δεν αγνοούσε την υλοποιούμενη διαχρονικά και χθες και σήμερα πολιτική ή αν κάποιοι έδιναν στην επιτροπή το πλαίσιο προσανατολισμού και σκοποθεσίας και στοχοθεσίας της παιδείας μας άλλες θα ήταν οι τελικές τοποθετήσεις της και πολύ πιο παραγωγικές οι συζητήσεις και ο δημόσιος διάλογος.

Όμως έστω και τώρα η επιτροπή μπορεί να κάνει δεύτερες και πιο σοφές σκέψεις και να καταλήξει σε προτάσεις που δεν θα στηρίζονται στη παιδεία άλλων εποχών. Τούτο θα τη διευκόλυνε να μην είναι αφοριστική στο κατηγορητήριο της απέναντι στη παιδεία ενός ημικατεχόμενου τόπου που με νύχια και με δόντια τριανταδύο χρόνια αγωνίζεται να κρατηθεί όρθιος.

Εκτός κι αν το ζητούμενο από τα ξένα κέντρα, με όχημα την εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση είναι να επιτευχθεί μέσα από την παιδεία του τόπου το σενάριο εξαφάνισης μας ως Ελλήνων που αδρά για δεκαετίες, άμεσα και έμμεσα χρηματοδοτείται από αυτά τα κέντρα. Και που και προ τριών ετών απέτυχε παταγωδώς. Όπως θα αποτυγχάνει πάντα. Γιατί έχουν γνώση οι φύλακες. Και η επιτροπή όφειλε και οφείλει να είναι ένας από τους φύλακες.

Γιατί οι φύλακες οφείλουν να θυμούνται την κυνική ομολογία του Χένρι Κίσιγκερ που διατυπώθηκε από τον ίδιο προς κορυφαίους πολιτικούς της διεθνούς σκηνής και δημοσιεύθηκε στις 12/2/1997 από την Turkish Daily News και που επί λέξει λέγει:

«Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».

Αλλά πρώτιστα να θυμούνται τη δήλωση του πρώην διευθυντή της CIA Allen Dulles για την πολιτική που πρέπει ν’ ακολουθείται έναντι των μικρών κρατών, που βρίσκουμε καταγραμμένη σε διαρρεύσασα προ πολλού έκθεση της CIA .

«Θα χρησιμοποιήσουμε όλο τον υλικό μας πλούτο αν χρειαστεί, τα εμπορικά μας προϊόντα…

Θα τους αλλάξουμε τη συνείδηση.

Θα τους αλλάξουμε την ταυτότητα.

Πως θα το πετύχουμε; Χρησιμοποιώντας ανθρώπους δικούς τους.

Δεν θα αντιλαμβάνεται κανείς τι θα συμβαίνει, εκτός από ελάχιστους. Αυτούς θα τους περιθωριοποιήσουμε. Θα τους μειώσουμε με κάθε τρόπο».

Έχουν όμως γνώση οι φύλακες.

Oυράνιος Μ. Ιωαννίδης

Πρώην Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού

Η ελληνικη ταυτότητα στον σύγχρονο κόσμο

 Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Στο ατομικό επίπεδο η λέξη «ταυτότητα» έχει σαφέστατο περιεχόμενο: μια φωτογραφία και κάποια «στοιχεία» (όνομα, επώνυμο κλπ.), τυπωμένα σε ένα «δελτίο». Το «δελτίο ταυτότητας» παραπέμπει σε ένα μοναδικό πρόσωπο.

Με την εθνική ταυτότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Και γίνονται ολοένα και δυσκολότερα, καθώς αμφισβητείται από τους μεταμοντέρνους ιστορικούς μας η ίδια η ύπαρξη του έθνους: της συλλογικής οντότητας, στην οποία αναφέρεται η εθνική ταυτότητα. Αν και παλιότερα κανείς δεν αμφισβητούσε την υπαρκτότητα του έθνους, ως συλλογικής οντότητας, αυτό δεν έκανε ευκολότερο το ζήτημα. Απλώς τοποθετούσε σε άλλο σημείο τα προβλήματα: σε μια μόνιμη, όσο και σφοδρή σύγκρουση αντιλήψεων, για το ποια είναι η «αυθεντική» ελληνική εθνική ταυτότητα.

Βάση των όσων ακολουθούν είναι η παραδοχή ότι το ελληνικό έθνος είναι υπαρκτή συλλογική οντότητα. Στη βάση αυτή ονομάζουμε «εθνική ταυτότητα» την αυτοκατανόηση του έθνους. Την ιδέα που σχηματίζει το έθνος για τον εαυτό του. Και επειδή δεν είναι μία μόνο, η περί εθνικού εαυτού ιδέα, ούτε στάσιμη και αναλλοίωτη, δηλώνουμε ευθύς εξ αρχής, ότι η εθνική ταυτότητα συγκροτείται: α) Από διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες συλλογικές αυτο-κατανοήσεις. Και β) ότι κάθε φορά μία απ’ αυτές είναι κυρίαρχη.

Παρά τον αναγκαστικά ρευστό και συγκρουσιακό χαρακτήρα των αυτοκατανοήσεων που την συγκροτούν, η εθνική ταυτότητα έχει ζωτική σημασία για την αναπαραγωγή (κοινωνική συνοχή και εξέλιξη) της εθνικής συλλογικής οντότητας. Στην παραδοχή αυτή θεμελιώνεται και το γενικότερο ενδιαφέρον για την εθνική ταυτότητα.

Στη συνέχεια. θα μιλήσουμε για τις τύχες του ρευστού αυτού συγκρουσιακού αμαλγάματος στο σύγχρονο κόσμο. Ξεκινώντας από το ποιος ακριβώς είναι ο σύγχρονος κόσμος.

1. Η ταυτότητα του σύγχρονου κόσμου

Με τον όρο «σύγχρονος κόσμος» αναφερόμαστε στον πολιτισμό της Νεωτερικότητας. Ονομάζουμε «Νεωτερικότητα» τον πολιτισμό, ο οποίος ξεκίνησε από τη Δυτική Ευρώπη τον 18 ο αιώνα με τις αστικές επαναστάσεις και σήμερα κυριαρχεί σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό που ορίζει τη Νεωτερικότητα και αποτελεί την ουσία της, είναι το ιδιαίτερο ανθρωπολογικό της πρόγραμμα. Ο κεντρικός σκοπός του νεωτερικού προγράμματος είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από όλους τους φυσικούς και μεταφυσικούς περιορισμούς του. Είναι, πιο συγκεκριμένα, η πίστη ότι μπορούμε, με τη βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας, να φτιάξουμε έναν τεχνητό κόσμο, ελεγχόμενο απόλυτα από εμάς, να κλειστούμε μέσα σ’ αυτόν και να αφήσουμε απέξω τη Φύση, τους θεούς και όλα τα κακοποιά πνεύματα. Κοντολογίς: να γίνει ο άνθρωπος θεός του εαυτού του.

Οι βασικοί θυμικοί κινητήρες του νεωτερικού προγράμματος ήταν: α) Το μίσος εναντίον του μεσαιωνικού χριστιανικού δεσποτισμού. Και β) ο τεχνολογικός μεσσιανισμός. Η πίστη ότι η επιστήμη και η τεχνολογία θα λύσουν όλα τα προβλήματα του ανθρώπου.

Το πρωτότυπο στρατήγημα, χάρη στο οποίο κατέστη πραγματοποιήσιμο το εκ πρώτης όψεως χιμαιρικό πρόγραμμα της Νεωτερικότητας, ήταν η αποδοχή και η εμπέδωση ενός θεμελιώδους υπαρκτικού διχασμού: Στη μεν δημόσια σφαίρα θα είμαστε απρόσωπα και αποκλειστικώς ορθολογικά όντα. Στην δε ιδιωτική σφαίρα φυσιολογικοί άνθρωποι, με ένστικτα και συναισθήματα, με χώρο για το απρόβλεπτο και το παράλογο. Η απόλυτη απροσωπία στη δημόσια σφαίρα θεσπίζεται γιατί καθιστά δυνατή τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων με συστήματα. Σύστημα θα πει: λογική τυποποίηση των σχέσεων, απρόσωποι ρόλοι, αλγοριθμική οργάνωσή τους, εξουσιαστική θεσμοποίησή τους. Η ανάπτυξη της Τεχνόσφαιρας, ως αέναης συσσώρευσης αυτόνομων συστημάτων πάνω στη Βιόσφαιρα, δηλαδή ο σημερινός κόσμος, στον οποίο έχουμε ήδη κλειστεί, έχει εδώ ακριβώς τη θεμελίωσή του. Και ακριβώς, για να μπορεί ο δημόσιος χρόνος του υποκειμένου να εκποιείται σε χρονο-ανταλλακτικά συστημάτων, ανάγκη πάσα να έχει κλειστεί ερμητικά στο στεγανό της ιδιωτικής ζωής του Ατόμου, οτιδήποτε συνδέεται με την απροσδιόριστη βιοψυχική μοναδικότητα του προσώπου και την πληρωματική του εντελέχεια.

Με τον τρόπο αυτό η συστημική φαγάνα ισοπέδωσε βαθμιαία ολόκληρο τον δημόσιο χώρο, θάβοντας στο ιδιωτικό άδυτο τα στοιχεία εκείνα της διυποκειμενικότητας, τα οποία δεν μπορούσαν να υποστούν την επιζητούμενη ψηφιακή προσομοίωση και συστημική αφομοίωση. Ώσπου ήρθε η ώρα, από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, να εισβάλει και στον ίδιο τον ιδιωτικό χώρο, με τη βιομηχανία της εικόνας. Τελικώς τα καταφέραμε τόσο καλά, που ήδη εγκαταλείψαμε τη Βιόσφαιρα και επιβιβαστήκαμε στην Τεχνόσφαιρα, για ένα κοσμικό ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Ο τύπος ανθρώπου, ο ικανός για όλα αυτά, είναι το νεωτερικό Άτομο. Μια μορφή Ατόμου καινοφανής στην ανθρώπινη Ιστορία. Ιστορικός μηχανισμός αναπαραγωγής του νεωτερικού Ατόμου είναι η νεωτερική Παράδοση: το εν γένει υποκειμενοποιητικό σύστημα του νεωτερικού πολιτισμού.

2. Η ταυτότητα του νεωτερικού Ελληνισμού

Η νεωτερική Παράδοση εμφανίζεται στη Δυτική Ευρώπη τον 18 ο αιώνα και εξελίσσεται με τη μορφή κυμάτων, τα οποία εισβάλλουν στον υπόλοιπο κόσμο, το ένα μετά το άλλο, για να συμπλεχθούν με τις προϋφιστάμενες εκεί διαφορετικές Παραδόσεις.

Λέμε «νεωτερική» την εθνική ταυτότητα ενός λαού, όταν η νεωτερική Παράδοση κυριαρχεί πάνω στις προνεωτερικές Παραδόσεις του. Κυριαρχεί σημαίνει: ελέγχει όχι μόνο τη δική της αναπαραγωγή, αλλά και την αναπαραγωγή των υπ’ αυτήν διαφορετικών Παραδόσεων, δηλαδή ολόκληρη την εθνική παιδεία. Με την έννοια αυτή η εθνική ταυτότητα του νεοελλαδικού κράτους (μαζί και του κυπριακού) είναι νεωτερική.

Κάθε νέο κύμα της εισαγόμενης Νεωτερικότητας συγκρούεται με το προηγούμενο, συχνά πριν εκείνο προλάβει να σταθεροποιήσει τις συναρθρώσεις του με το τοπικό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι: Η πολυεκδοχικότητα των νεωτερικών εννοηματώσεων της εθνικής ταυτότητας. Οι αντίστοιχες πολώσεις στο εσωτερικό της τοπικής διανόησης. Και η μόνιμη δομική αστάθεια.

Πρώτη εκδοχή ελληνικής νεωτερικής ταυτότητας είναι η διαφωτιστική (18 ος -19 ος αιώνας). Το συλλογικό ιδανικό εστιάζεται εδώ στη λεγόμενη «μετακένωση» των φώτων της Εσπερίας. Θεμελιώνεται: α) Στην υποτιθέμενη καταγωγή των ευρωπαϊκών Φώτων από τα αρχαιοελληνικά. Και β) στην αποπομπή του βυζαντινού πνεύματος, ως ιδιαζόντως βάρβαρου, ειδεχθούς και σκοταδιστικού.

Δεύτερη είναι η ελληνοχριστιανική εκδοχή (μέσα 19 ου – μέσα 20 ου αιώνα). Αυτή προσπαθεί να αποκαταστήσει μια στοιχειώδη ισορροπία στο τρίγωνο Νεωτερικότητα-Αρχαιότητα-Βυζάντιο, παραλείποντας ή στρογγυλεύοντας τις ασύμβατες με τη Νεωτερικότητα οξείες γωνίες του βυζαντινού πόλου. Τα κενά του ελληνοχριστιανικού σχήματος συμπληρώνονται από τον εθνοφυλετισμό. Σημειωτέον ότι η κατίσχυση της «ελληνοχριστιανικής» εκδοχής, έναντι της «κλασικιστικής», ευνοήθηκε από τη στροφή της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας προς τον χριστιανικό συντηρητισμό (καθολικό και προτεσταντικό), προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού την αναφανείσα (στο τελευταίο τέταρτο του 19 ου αιώνα) «άθεη» σοσιαλιστική και κομμουνιστική απειλή.

Τρίτη εκδοχή είναι η κοινωνιστική-προοδευτική, η εισαγόμενη την τρίτη δεκαετία του 20 ου αιώνα από τους κομμουνιστές. Στη δική τους εκδοχή το τρίγωνο της ελληνικής ταυτότητας αποβάλλει τόσο την βυζαντινή όσο και την αρχαιοελληνική κορυφή του, με το επιχείρημα ότι «το έθνος είναι δημιούργημα του καπιταλισμού». Ο εναπομείνας νεωτερικός πόλος θα διχαστεί σε προοδευτικό και αντιδραστικό, διεθνιστικό και εθνικιστικό, εν ονόματι της επικείμενης αταξικής/αεθνικής κοινωνίας. Το έθνος είναι παθολογία της Ιστορίας, γιατί «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Εξ αιτίας όμως της ειδικής προσωρινής πραγματικότητας του ιμπεριαλισμού, πρέπει το επαναστατικό υποκείμενο να κάνει τα στραβά μάτια στις εθνικές προκαταλήψεις των μαζών, προκειμένου να τις προσελκύσει στο ευρύτερο δυνατό «λαϊκό μέτωπο».

Μετά το 1989, που έπεσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και θριάμβευσε η αμερικανική «παγκοσμιοποίηση », το εμφυλιοπολεμικό δίπολο Αντίδρασης-Προόδου, Εθνικισμού-Διεθνισμού, έχασε το νόημά του και κατέρρευσε άδοξα. Στη θέση του έμεινε το κενό, με τη μορφή του μηδενισμού και του γραικυλισμού, της αδιαφορίας και της νευρωτικής απέχθειας προς ό,τι θυμίζει ελληνικότητα. Η απονοημάτωση των θετικών εκδοχών ταυτότητας κατέστησε τον εθνομηδενισμό απόλυτο κυρίαρχο της εθνικής πίστας..

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το DNA της νεωτερικής μας ταυτότητας φαίνεται να είναι μια θυσιαστική δομή, όπου λατρεύουμε τον νεωτερικό ιδανικό εαυτό μας, προσφέροντάς του, ως εξιλαστήριο θύμα, τον απωθημένο «βυζαντινό» εαυτό μας.

Αλλά αν σωστά αυτοεντοπιζόμαστε στη σχιζοείδεια αυτή, τότε πρέπει να αισιοδοξήσουμε, αφού η πτώση μας στον εθνομηδενισμό αναγγέλλει το ιστορικό της τέλος.

3. Η κατάρρευση της νεωτερικής ταυτότητας

Τα μεγάλα κύματα στην εξέλιξη της Νεωτερικότητας, με τα οποία συνδέονται οι βασικές εκδοχές της ελληνικής νεωτερικής ταυτότητας, είναι ο Διαφωτισμός, ο Ρομαντισμός, ο Μοντερνισμός και ο Μεταμοντερνισμός.

Σε αντίθεση με τους προκατόχους του ο μεταμοντέρνος τύπος δεν πιστεύει σε τίποτα. Ο Μεταμοντερνισμός είναι ένας ριζικός σχετικισμός, ομόλογος εκείνου της αρχαιοελληνικής παρακμής: γνωσιολογικός και ηθικός. Αυτοεπιβεβαιώνεται στην αποδόμηση κάθε κοινωνικώς συνεκτικής «αφήγησης». Αμφισβητεί κάθε αυθεντία, ακόμα κι αυτήν της επιστήμης και της τεχνολογίας, – την πεμπτουσία της Νεωτερικότητας. Δοξάζει τον «νέο ατομικισμό» της «αυθεντικότητας» και της «αυτοπραγμάτωσης» -αυτού που είμαστε «πριν» από κάθε υποκειμενοποίηση («ετερόνομη» ή «αυτόνομη»). «Να είσαι ο εαυτός σου», είναι η πρώτη και η τελευταία θετική εντολή του. Να είσαι η ανόθευτη πρωτογενής επιθυμία σου.

Η επικράτηση του Μεταμοντερνισμού συμπίπτει με την άλωση και του ιδιωτικού χώρου από το Σύστημα. Τα συστήματα χειρισμού του συναισθήματος και της επιθυμίας λεηλατούν τον ιδιωτικό χρόνο του ατόμου. Αυτό όμως μεταβάλλει ριζικά το ανθρωπολογικό τοπίο. Η ολοκληρωτική κατάσχεση του υπαρκτικού χρόνου (δημόσιου και ιδιωτικού) από τα συστήματα, καταστρέφει τη βάση του ανθρωπολογικού σθένους της Νεωτερικότητας: την ειδική ρύθμιση-αναπαραγωγή της αντίθεσης δημόσιου και ιδιωτικού. Το αποτέλεσμα είναι η παθητικοποίηση και η αποσύνθεση της προσωπικότητας. Με αποτέλεσμα την αδυναμία του υποκειμένου α) να διατηρήσει τη λειτουργικότητα των θεσμών του ιδιωτικού χώρου και πριν απ’ όλα της οικογένειας και β) να επωμιστεί το βάρος της αναπαραγωγής των γιγάντιων και πολύπλοκων συστημάτων. Μ’ αυτή την έννοια είναι απολύτως νόμιμη η ταύτιση του γενικευμένου ανθρωπολογικού μεταμοντερνισμού με το τέλος της Νεωτερικότητας.

Οι διαπιστώσεις αυτές πιστοποιούνται εμφανέστερα στο πεδίο της πολιτικής ιδεολογίας, όπου η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού καταγράφεται ως μοιραίο πλήγμα για τη Νεωτερικότητα. Και ήταν πράγματι, διότι κατέστρεψε την Αριστερά. Η Αριστερά είχε στρατηγική σημασία για το Σύστημα, επειδή η ακτινοβολία της ήταν σε θέση να παγιδεύει σε νεωτερική τροχιά τις αντιδράσεις των πληττομένων από τη συστημική επέκταση. Σε αντίθεση με το προνεωτερικό «όπιο του λαού», που καθήλωνε τον άνθρωπο στο ραγιαδισμό, η αριστερή ιδεολογία λειτουργούσε σαν δραστικότατο αναβολικό, διεγείροντας σε αυτοθυσιαστική δράση ενάντια σε ό,τι η ίδια είχε ορίσει ως «αντιδραστική παρέκκλιση» από το πρόγραμμα της Νεωτερικότητας. Όπως με κατηγορηματική ευθυβολία το είχε διατυπώσει ο Λένιν στην εποχή του: «είμαστε Ιακωβίνοι στο πλευρό του προλεταριάτου».

Η κατάρρευση των οραματικών διεξόδων της Νεωτερικότητας απεκάλυψε, λοιπόν, τη γυμνότητά της. Το καλά κρυμμένο μυστικό της, η έλλειψη οικουμενικότητας, υψώθηκε τώρα σε περίοπτη θέα.

Η ελκυστικότητα των νεωτερικών αγαθών (ατομικές ελευθερίες, κατανάλωση κλπ.) είναι ασφαλώς οικουμενική. Αποδεικνύεται όμως ότι είναι προσιτά μόνο σε μια μειονότητα. Είναι πασίγνωστα τα στοιχεία: α) Αν οι Κινέζοι και οι Ινδοί μπορούσαν να αποκτήσουν το δικό μας βιοτικό επίπεδο, η ζωή στον πλανήτη θα λάμβανε τέλος. β) Λιγότεροι από χίλιοι υπερπλούσιοι έχουν περιουσία όση ο μισός πληθυσμός της γης. γ) Υπολογίζεται ότι στα επόμενα εικοσιπέντε χρόνια η κατάθλιψη, ως μέτρο της αποσύνθεσης του νεωτερικού Ατόμου, θα υπερκεράσει όλες τις άλλες αρρώστιες στον αναπτυγμένο κόσμο. Ένας άλλο στοιχείο, σχετικό με την αντοχή του υποκειμένου, είναι ο δείκτης «παιδική ευημερία»: Τελευταία έκθεση της UNICEF για τις 21 πιο αναπτυγμένες χώρες, τοποθετεί τις ηγετικές δυνάμεις του Συστήματος, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, στις δύο τελευταίες θέσεις. (Σημειωτέον ότι η Ελλάδα είναι 13 η στη λίστα. Η Κύπρος δεν περιλαμβάνεται στην έρευνα.)

Το έλλειμμα οικουμενικότητας είναι οικολογικό, κοινωνικό, υπαρκτικό. Και εξηγεί, ως ιδεολογική υπεραναπλήρωση, την τρέχουσα υστερία περί την δήθεν «παγκοσμιοποίηση».

Το έλλειμμα οικουμενικότητας, μαζί με τον σπασμωδικό ιμπεριαλιστικό κυνισμό, προκαλεί την αποσύνθεση των νεωτερικών ταυτοτήτων και την ανάπτυξη φυγόκεντρων πολιτισμικών δυνάμεων. Οι κυριαρχούμενες Παραδόσεις τείνουν να αποτινάξουν την ηγεμονία της νεωτερικής Παράδοσης, εκλύοντας ισχυρή αντισυστημική ενέργεια σε παγκόσμια κλίμακα.. Οι βασικές μορφές της εκλυόμενης ενέργειας είναι: α) Ο σύγχρονος αναθεμελιωτισμός (θρησκευτικός ή πράσινος φουνταμενταλισμός). β) Τα ποικίλα εθνικά κινήματα (αυτονομιστικά, εθνωτικά, αυτοχθονικά κλπ.). Και γ) τα λεγόμενα «εναλλακτικά» κινήματα.

Απέναντι σε όλα αυτά τα διαλυτικά ρεύματα, αλλά και απέναντι στον μεταμοντέρνο σχετικισμό, που απειλεί το Σύστημα από τα μέσα, αντιτάσσεται ο Εκσυγχρονισμός. Αλλά αν λάβουμε υπόψη πόσο αναποτελεσματική και βραχύβια υπήρξε η εκσυγχρονιστική απόπειρα των Κλίντον, Μπλερ, Σρέντερ, Σημίτη κ.ά. αντιλαμβανόμαστε την καίρια αδυναμία των πολιτικών συστημάτων της ύστερης Νεωτερικότητας να ελέγξουν τις αποσυνθετικές δυνάμεις.

Οι αποσυνθετικές δυνάμεις πολλαπλασιάζονται μιμητικά, σε μια εξ ορισμού ανεξέλεκτη κλιμάκωση αναδράσεων, χάρη στη μόνη παγκοσμιοποίηση που δεν είναι πλασματική: την πληροφοριακή. Η αναγωγή της Πληροφοριόσφαιρας σε κεντρική δομή συνοχής της Τεχνόσφαιρας, εμποδίζει τον έλεγχο και την απόκρυψη. Προσδίδει εξαιρετική ισχύ στα συστήματα άλωσης του ιδιωτικού χωροχρόνου, έναντι των συστημάτων της δημόσιας σφαίρας (πολιτικών, οικονομικών κλπ.). Ο ανταγωνισμός κατευθύνει τα βαμπιρικά ένστικτα των πρώτων εναντίον των δεύτερων. Έτσι φτάσαμε στο οξύμωρο σχήμα να αναπαράγεται το Σύστημα ξεσκεπάζοντας τον εαυτό του, αναλώνοντας τα όποια αποθέματα αυθεντίας του απομένουν.

Οι αντιφάσεις Βιόσφαιρας – Τεχνόσφαιρας, Πλούτου – Φτώχειας, Εξατομίκευσης – Συστημάτων, που ως τώρα προσπερνιόνταν, ως «ασήμαντες παρενέργειες» (που «όπου νάναι θα ξεπεραστούν»), κατέλαβαν πλέον το προσκήνιο και απαιτούν λύσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι ενδεχόμενες λύσεις δεν μπορούν να είναι ενδοσυστημικές, γιατί υπερβαίνουν τις ανθρωπολογικές προδιαγραφές της Νεωτερικότητας.

Αν υποθέσουμε τώρα, ότι υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής στις εν λόγω αποσυνθετικές και ανασυνθετικές τάσεις, πρέπει να τον αναγνωρίσουμε σε ένα γενικό αίτημα ανα-θέσμισης των «κεντρικών κοινωνικών σημασιών» και πριν απ’ όλα της σημασίας του υποκειμένου. Ή αλλιώς: η ανανοηματοδότηση της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας τίθεται ως κεντρικό ζήτημα στο σύγχρονο κόσμο.

4. Το ζητούμενο: η μετανεωτερική ανανοηματοδότηση της ταυτότητας

Η εξάντληση του κυρίαρχου νεωτερικού ιδανικού θέτει ενώπιόν μας το αίτημα για ένα μετα-νεωτερικό ιδανικό, ικανό να συνδεθεί γόνιμα με το κλασικό και το ορθόδοξο και να ξαναδώσει έτσι νόημα-ταυτότητα στο Κοινό των Ελλήνων. Κινήσεις και προς τις τρεις αυτές κατευθύνσεις μπορούν ήδη να καταγραφούν.

4.1 Η επανοικείωση του βυζαντινού και του αρχαιοελληνικού εαυτού.

Καθώς «λύνονται τα μάγια» της Εσπερίας ο Έλληνας νιώθει ισχυρή την παρόρμηση να επαν-οικειοποιηθεί το «βυζαντινό» απωθημένο.

Το φαινόμενο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες εξηγήσεις, διότι είναι μηχανικό: Η εξασθένιση του σθεναρότερου πόλου, στο εσωτερικό της συλλογικής μας ταυτότητας, μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τον αμέσως επόμενο πόλο. Γι’ αυτό ξαναγεμίζουν οι εκκλησιές, παρά τη συνεχιζόμενη «προδοσία του επισκοπικού αξιώματος». Γι’ αυτό ξαναζωντάνεψε ο μοναχισμός, παρά τους συχνούς ζηλωτικούς χουλιγκανισμούς και τις νεογεροντικές νευρώσεις. Γι’ αυτό επαναξιολογείται η βυζαντινή τέχνη και εκδίδονται του κόσμου τα βιβλία για το Βυζάντιο και την Ορθοδοξία.

Ενώ αναμοχλεύονται τα δημώδη βάθη της εθνικής κουλτούρας, η λόγια επιφάνειά της δεν παραμένει ασυγκίνητη. Στοιχεία της εγχώριας διανόησης αρχίζουν, τα τελευταία χρόνια, να προσεγγίζουν τη βυζαντινή ανθρωπολογία και να συλλαβίζουν τη γλώσσα της. Μια παλιότερη, εκ μέρους των Ρώσων, γόνιμη αντιβολή πατερικής θεολογίας του Προσώπου και ευρωπαϊκού υπαρξισμού είχε παρασκευάσει το έδαφος.

Παράλληλα μια δεύτερη τάση, προερχόμενη από τη μαρξιστική αριστερά, θα συνοψίσει την οδυνηρή εμπειρία των αριστερών επαναστάσεων και θα καταθέσει γόνιμο οντολογικό προβληματισμό πάνω στα αδιέξοδα της Νεωτερικότητας. Θα θέσει ζήτημα επαναπροσέγγισης στο υποκείμενο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, προκαλώντας σοβαρά ρήγματα στο νεωτερικό κέλυφος της αρχαιογνωσίας μας.

Χάρη στη δουλειά των δύο αυτών σχολών δεν πνίγηκαν τα πάντα στον επελθόντα μετά το 1974 κατακλυσμό του μεταμοντέρνου μηδενισμού: της ιδεολογίας του «τέλους των ιδεολογιών», του αντι-ιδανικού και της «αυτοπραγμάτωσης». Ίσως αλλιώς να αντιλαμβάνονταν τον ρόλο τους, οι διανοούμενοι του «συνόρου» (μεταξύ Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού). Κρίνοντας όμως εκ του αποτελέσματος μπορούμε να πούμε ότι η ιστορική τους συμβολή συνοψίζεται σε τούτο: υπήρξαν οι «προαγωγοί» μας στον ελληνικό μεταμοντερνισμό. Είμαστε, έτσι, αρκετά «μεταμοντέρνοι», ώστε να αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημά μας δεν είναι εθνικό. Ότι είναι εθνικό επειδή είναι οικουμενικό. Και ότι δεν νοείται εθνική λύση παρά ως εθνική μετοχή στη ζητούμενη οικουμενική / μετανεωτερική λύση.

Η κατάρρευση των τριών βασικών νεωτερικών εννοηματώσεων της εθνικής ταυτότητας και η ανάγκη αντίστασης στον μεταμοντέρνο μηδενισμό, κάνει τους Έλληνες να σκεφτούν, επιτέλους, με το δικό τους μυαλό ποιοι είναι, πού βρίσκονται και τι θέλουν. Γίνονται έτσι ικανοί να συλλάβουν τη νεοελληνική εθνική ταυτότητα όπως ήταν πριν οι εθνικοί μας Προκρούστες την ξαπλώσουν στο νεωτερικό τους κεβάτι: Ως στροφή του Ρωμηού προς τη Δύση για να γλιτώσει από τον Τούρκο. Ως συμμαχία της ρωμέηκης Παράδοσης με τη νεωτερική, για την αποπομπή του τουρκισμού.

Ελευθερωμένοι από τη νεωτερική συσκότιση, ίσως κατορθώσουμε τώρα οι Έλληνες να λύσουμε το αίνιγμα της νεοελληνικής ταυτότητας. Και να καταλάβουν γιατί ο Τούρκος είναι η σκοτεινή-αόρατη πλευρά της.

4.2 Το περίγραμμα των ζητούμενων απαντήσεων.

Ως κεντρικό εθνικό ερώτημα αναδεικνύεται το εξής οικουμενικό ζήτημα: Είναι δυνατόν να ανα-νοηματοδοτηθεί το υποκείμενο, κατά τέτοιον τρόπο που να μπορεί να υπερβαίνει τα συστήματα και να τα «εξημερώνει»; Ή αλλιώς: μπορούμε να φτιάξουμε μια Τρίτη σφαίρα ικανή να ενσωματώνει και να επιλύει τις αντιφάσεις Τεχνόσφαιρας – Βιόσφαιρας, Εξατομίκευσης – Συστημάτων, Πλούσιου – Φτωχού;

Το περίγραμμα των ζητούμενων απαντήσεων, το οποίο είμαστε σε θέση να δώσουμε αυτή τη στιγμή, συνοψίζοντας την εγχώρια προβληματική, είναι το ακόλουθο:

α) Η προσφυγή στη βυζαντινή ανθρωπολογία μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε το νεωτερικό υποκείμενο ως παθολογία του όντως υποκειμένου: του Προσώπου. Θεωρητικώς η προσφυγή στο Πρόσωπο λύνει το πρόβλημα, γιατί αναφέρεται σε έναν τύπο υποκειμένου, στο οποίο η απόλυτη ενικότητα της προσωπικότητάς του συμπίπτει με την καθολικότητά της. Αν αποδειχθεί ότι το λύνει και στην πράξη, τότε όντως αποτελεί Πρόταση. Πρακτική λύση σημαίνει: Βάζω φρένο στην κονιορτοποίηση της ατομικότητάς μου. Δεν ταυτίζομαι με τις ανάγκες μου. Δεν χάνω τον εαυτό μου μέσα στα συστήματα.. Γίνομαι υπεύθυνο αγαπητικό υποκείμενο, ελεύθερο έναντι κάθε εξωτερικού και εσωτερικού καταναγκασμού.

β) Η αναγωγή στην κλασική πολιτειακή Παράδοση του Ελληνισμού και ο συνδυασμός της με την εκκλησιαστική, δηλαδή η προσφυγή στον προσωποκεντρικό Κοινοτισμό, μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε τη νεωτερική νοηματοδότηση της συλλογικής ταυτότητας, ως ριζική παθολογία της υποκειμενοποίησης. Για έναν στοιχειωδώς μυημένο στη χριστιανική γνώση, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει πιστότερη και συνάμα δημιουργικότερη εφαρμογή της Εωσφορικής πρότασης από το πρόγραμμα της Νεωτερικότητας: τη συστημική αυτοθέωση. (Σημειωτέον ότι η αποδοχή της Εωσφορικής πρότασης -να γίνουμε θεοί από μόνοι μας- μας κλείνει αυτόματα, σύμφωνα με τη Βίβλο, τον δρόμο προς τον επίγειο παράδεισο.) Θεωρητικώς, λοιπόν, η προσωποκεντρική παραδειγματική κοινότητα, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις να είναι η ζητούμενη εναλλακτική λύση. Μένει όμως να το πιστοποιήσουμε και στην πράξη.

γ) Η μελέτη του αρχαιοελληνικού Ατόμου φωτίζει το πέρασμα από τον μεταμοντέρνο μηδενισμό στον ενδεχόμενο μετανεωτερικό πολιτισμό, γιατί αποκαλύπτει, αφ’ ενός, τη ριζική διαφορά του ελληνικού Ατόμου από το νεωτερικό, ως προς την εξελικτική τους κατεύθυνση (εμπρόσωπες και όχι απρόσωπες σχέσεις, αυτοεπιβεβαίωση στον δημόσιο και όχι στον ιδιωτικό χώρο), και αφ’ ετέρου, την αναλογία ανάμεσα στον μετακλασικό και τον μεταμοντέρνο σχετικισμό και μηδενισμό. Η διαφορική μελέτη των δύο αυτών σημείων μας επιτρέπει όχι μόνο να μη συγχέουμε τους δύο τύπους Ατόμου, αλλά και να γνωρίσουμε τους νόμους προόδου και υποστροφής, που διέπουν τη φυσιολογία του μεταατομικού ανθρωπολογικού μεταιχμίου. Πώς και γιατί η γενίκευση του μεταμοντέρνου τύπου οδηγεί σε τεχνοφασιστική κολεκτιβιστική υποστροφή, την οποία δεν μπορούμε να ανακόψουμε δίχως την εμφάνιση μιας κρίσιμης μάζας Ατόμων μεταλλαγμένων σε Πρόσωπα.

4.3 Η μετανεωτερικότητα της βυζαντινής εμπειρίας.

Ας σημειώσουμε ότι η κεντρική γραμμή της αναζήτησής μας, η μελέτη της βυζαντινής ανθρωπολογίας (η οποία είναι κι αυτή μια θυσιαστική σύνθεση χριστιανικής/προσωποκεντρικής, αρχαιοελληνικής/ατομοκεντρικής και λατινικής/κλεκτιβιστικής παράδοσης), μπορεί να είναι γόνιμη, μόνο στο μέτρο που διαπερνά το κέλυφος της αναπόφευκτης φουνταμενταλιστικής ειδωλοποίησης, με το οποίο αυτόματα την περιβάλλει η κυρίαρχη πνευματική νηπιότητα.

Αυτό που μπορεί να βρει κανείς, αν διαπεράσει το φουνταμενταλιστικό κέλυφος, και το οποίο μας ενθαρρύνει, για την πιθανή μετανεωτερική γονιμότητα των «βυζαντινοκεντρικών» αναζητήσεών μας, είναι η άγνωστη στη νεωτερική σκέψη βυζαντινή εμπειρία των Ακτίστων Ενεργειών και η αντίστοιχη οντολογική επεξεργασία της.

Η οντολογία των Ενεργειών μας πληροφορεί, ότι εκτός από τις προσωπικές ενέργειες του «κτιστού» χώρου (τις δικές μας) υπάρχουν και οι προσωπικές ενέργειες του «άκτιστου» χώρου: η αιτία και βάση κάθε υπαρκτού, υλικού και πνευματικού, ορατού και αόρατου. Μας λέει επίσης, ότι η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αποδεσμευθεί από το καταστροφικό σύστημα αναγκών, στο οποίο μόνος του έχει εγκλωβιστεί, βασίζεται σε μια βαθύτερη αναπηρία, η οποία προκύπτει από τη γενικότερη σε κάθε πολιτισμό, τεχνητή ανακοπή και στρέβλωση της φυσιολογικής εξέλιξης του ανθρώπου. Η αναπηρία αυτή σχετίζεται με τον εριστικό «ταραγμό» της ανθρώπινης φύσης και την κολεκτιβιστική ή ατομοκεντρική ρύθμισή του. Εμπεδωμένη στο θυμικό και στο ένστικτο και επικουρούμενη από το αντίστοιχο κοινωνικό πλαίσιο, η προβληματική ρύθμιση των παθών, καθηλώνει τον άνθρωπο, εφ’ όρου ζωής, στην υπαρκτική νηπιότητα. Ατροφούν τα ψυχικά όργανα που μας επιτρέπουν να αντλούμε, από την πανταχού παρούσα άκτιστη Ενέργεια, τη δύναμη που μας χρειάζεται για να διαστέλλουμε το φυσικό από το γνωμικό μας θέλημα και να μεταμορφώνουμε αυτό το τελευταίο σε βούληση ελεύθερη-ανιδιοτελή και συγχρόνως αγαπητικά αποτελεσματική.

Τέλος η επανοικείωση της οντολογίας των Ενεργειών μας αποκαλύπτει τη φύση του διττού εκφυλισμού της ατομικότητας (ελληνικής/νεωτερικής), από τον οποίο πάσχει και στον οποία κυρίως προσκρούει, η ζητούμενη μετανεωτερική επανεννοημάτωση της ελληνικής ταυτότητας.

Υποθέτοντας ότι είναι δυνατή η ενσάρκωση μιας τέτοιας ταυτότητας, έχουμε πλήρη την επίγνωση ότι μιλάμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, για την υπέρβαση όχι μόνο του διαλυόμενου νεωτερικού Ατόμου, αλλά και του ίδιου του Homo Sapiens Sapiens . Κατά σύμπτωση την ίδια υπέρβαση, αλλά στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, αναζητά και το Σύστημα, με τις πυρετώδεις έρευνές του πάνω στη γενετική μηχανική, τις βιολογικές μεταλλάξεις, τη νανοτεχνολογία κλπ.

4.4. Συμπέρασμα

Οι έρευνές μας προσεγγίζουν, λοιπόν, την ανανοηματοδότηση του ατομικού και του συλλογικού υποκειμένου, με βάση την εμπειρία του Προσώπου.

Μπορεί οι έρευνες αυτές να φαντάζουν, ακόμη, αλλόκοτες και χιμαιρικές. Οφείλουμε όμως να υπογραμμίσουμε ότι δεν αγνοούν καθόλου τα δεδομένα της σύγχρονης ανθρωπολογικής κρίσης, τα οποία και αποτελούν διεθνώς την αφετηρία των πιο προωθημένων μετανεωτερικών αναζητήσεων.

Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε σε μία φράση τα προσωρινά μας ευρήματα, για τη ζητούμενη μετανεωτερική επανεννοημάτωση της ελληνικής ταυτότητας, θα λέγαμε: «Κοινότητα Προσώπων. Έθνος Κοινοτήτων. Κοινότητα Εθνών».

Εκπαιδευτικές και πολιτιστικές σχέσεις Κύπρου – Ελλάδας.
Του κ Σάββα Παύλου.

IMG_0466Οι εκπρόσωποι και εισηγητές κάθε είδους μεταρρύθμισης εκκινούν νομίζοντας ότι όλα προϋποθέτουν την αποδοχή των προτάσεών τους, όλα συνηγορούν για την πανηγυρική και με επευφημίες υιοθέτηση των εισηγήσεών τους. Με τρόπους που αγγίζουν τα όρια του συναισθηματικού και ιδεολογικού εκβιασμού, απευθύνονται στους ακροατές τους και σε όσους υποψιάζονται ότι μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις ή, ακόμη, να ψελλίσουν κάποιες επιφυλάξεις, με το ακαταμάχητο επιχείρημα: Μα είσαστε εναντίον της μεταρρύθμισης;

Ακαταμάχητο επιχείρημα γιατί κάθε μεταρρύθμιση θεωρείται ότι εισηγείται την αλήθεια που επιβάλλουν οι καιροί. Ότι επιτέλους ήγγικε η ώρα για το νέο μεταρρυθμιστικό άλμα και ότι όσοι δεν προσέρχονται ως πιστοί της νέας αλήθειας, όσοι δεν στοιχίζονται με ενθουσιασμό και δεν δηλώνουν με επευφημίες σταυροφόροι της νέας εισήγησης, αποτελούν ανορθογραφία των καιρών.

Όπως λοιπόν με την επιστημολογία, που μελέτησε και διατύπωσε τους όρους παραγωγής και ανάπτυξης μιας επιστήμης, επιβάλλεται και η συγκρότηση μιας θεωρίας για την μεταρρυθμισιολογία, για τους όρους παραγωγής και ανάπτυξης, καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις, μιας μεταρρύθμισης. Μπροστά στην επέλαση των διαπρύσιων κηρύκων και των προπαγανδιστών που ρητορεύουν για το αυτονόητο της μεταρρυθμιστικής τους αλήθειας οι μεταρρυθμισιολόγοι παραμένουν νηφάλιοι και προσεγγίζουν κάθε μεταρρυμιστικό «παράδειγμα» με κριτικό και διαλεκτικό πνεύμα, με άλλα λόγια δεν μασούν εύκολα.

Όλες, σχεδόν, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ξεκινούν με διατυπώσεις οι οποίες είναι από όλους αποδεκτές και θεμιτές. Η κάθε νέα μεταρρύθμιση προτείνεται για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, γιατί μ’ αυτή προωθείται η αυτενέργεια των μαθητών, για ένα ελεύθερο και ανεξάρτητο σχολείο, στο οποίο θα υπάρχει η χαρά της γνώσης και το ερευνητικό πνεύμα, για μια παιδεία μαθητοκεντρική και όχι δασκαλοκεντρική, που οι μαθητές θα ενθαρρύνονται να αναζητούν, να ερευνούν και να έχουν την αίσθηση ότι η αποκτημένη γνώση εγκαθιδρύθηκε μέσα από διαδικασία με συμμετοχή των ιδίων και ότι δεν είναι δοσμένη από την αυθεντία του διδάσκοντα. Όλες οι μεταρρυθμίσεις τα τελευταία διακόσια χρόνια αυτά λένε περίπου, όμως όλοι οι εισηγητές τους έχουν ύφος και στάση ρητορείας λες και πρόκειται για πρωτοφανέρωτες αλήθειες που παραβιάζουν πύλες κλειστές, ότι αποτελούν ρηξικέλευθα πράγματα που διατυπώνονται για πρώτη φορά και ανοίγουν λεωφόρους στη σκέψη. Οι κύκλοι των ειδημόνων και μεταρρυθμισιολόγων φυσικά χαμογελούν: όλα αυτά τους θυμίζουν την εκ νέου ανακάλυψη του τυροπλακουντίου.

Λοιπόν και η νέα μεταρρυθμιστική πρόταση έχει αρκετά σημεία που συμφωνείς εύκολα μαζί τους, επαυξάνεις μάλιστα όσον αφορά το θέμα της υποστήριξης και συμπόρευσης. Όμως, ανάμεσα σ’ αυτά, τα ωραία και θετικά, υπάρχουν και οι πονηρές και οι ανεπίτρεπτες εισηγήσεις που όταν κάποιος πάει να τους αντισταθεί έρχεται η απάντηση ως καταπέλτης: Μα δεν θέλετε ένα σύγχρονο σχολείο, με τη χαρά της γνώσης, μοντέρνο και δημοκρατικό; Το θέλουμε πολύ, τα ανεπίτρεπτα των μεταρρυθμιστικών εισηγήσεων αρνούμαστε, αυτά τα σημεία που θα συντείνουν στην πλήρη χρεοκοπία της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης.

Στέκομαι σε ένα μόνο σημείο που προτείνει η υποβαλλόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: Σταδιακή απεξάρτηση από την Ελλάδα. Μάλιστα, αυτό προτείνεται εν έτει 2007, που μας θυμίζει τις αλήστου μνήμης εποχές του νεοκυπριακισμού.

Κάθε εκπαιδευτική ή πνευματική μεταρρύθμιση στην Κύπρο και κάθε προσπάθεια και κίνημα πνευματικής αναγέννησης και ανέλιξης σημαίνει ότι εμβαθύνει στις σχέσεις Κύπρου και Ελλάδας, δημιουργεί έναν ενιαίο εκπαιδευτικό και πνευματικό ιστό, αναπτύσσει τρόπους συνεργασίας και συμπόρευσης, μετακενώνει τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις του ευρύτερου ελληνικού χώρου στην Κύπρο και αντίστροφα προσπαθεί για την αναγνώριση και συμπόρευση της ποιοτικότερης πνευματικής δημιουργίας και των προβληματισμών του νησιού στα πανελλήνια πλαίσια. Κάθε άλλη λογική απλώς συντείνει στην περιχαράκωση, στον περιορισμό στα καθ’ ημάς, στην επανάπαυση του επαρχιωτισμού και την καθυστέρηση.

Ενώ, λοιπόν, όλοι οι εχέφρονες και νουνεχείς αυτού του τόπου περίμεναν να δουν προτάσεις και εισηγήσεις για τη βελτίωση της συνεργασίας Κύπρου και Ελλάδας στον εκπαιδευτικό τομέα, ακόμη και για συγκεκριμένους θεσμούς συνεργασίας των Υπουργείων Παιδείας της Κύπρου και της Ελλάδας (κοινή π.χ. Επιτροπή που θα συνεδριάζει κάθε μήνα) η φοβερά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποστρέφει το βλέμμα, γυρίζει την πλάτη και με μια «προοδευτική σπαθιά» ξεμπερδεύει με το ζήτημα, μιλώντας για απεξάρτηση από την Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ η Ευρώπη ενοποιείται, θεωρείται ότι όλες οι χώρες θα συνεργάζονται, θα βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία και θα ανταλλάζουν εμπειρίες επ’ αγαθώ των λαών τους και οι παμπόνηροι Κύπριοι θα αναγείρουν φράγματα μεταξύ της ευρωπαϊκής Κύπρου και της ευρωπαϊκής Ελλάδας. Η στάση αυτή, εκτός από εθνικά ανεπίτρεπτη, είναι και ολότελα αντιευρωπαϊκή, ίνα μη τι χείρον είπω.

Κλείνοντας, λοιπόν, ευσύνοπτα και επιγραμματικά, θα έλεγα ότι μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο, που δεν προάγει, δεν βελτιώνει και δεν συντονίζει τη συνεργασία Κύπρου και Ελλάδας στα εκπαιδευτικά θέματα, δεν είναι εκπαιδευτική και δεν είναι μεταρρύθμιση.

Σάββας Παύλου

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

«Η παιδεία των μικρών, όμως ιστορικών λαών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης»

Διαπολιτισμική ή Πολυπολιτισμική πρόσμειξη ως κυρίαρχη μορφή Εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης

17 ΜΑΡΤΙΟΥ 2007 – ΜΕΓΑΡΟ Σ.Ε.Κ.

Η Ημερίδα, τόσο κατά την πρωινή όσο και κατά την απογευματινή της σύνοδο, διεξήχθη ομαλά, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, όπως είχε προγραμματισθεί και ολοκληρώθηκε με πλήρη επιτυχία.

Παρέστησαν όλοι οι ομιλητές, που αναγράφονται στο πρόγραμμα της εκδήλωσης, πλην των πιο κάτω περιπτώσεων:

  • Ο Υπουργός Παιδείας κ. Άκης Κλεάνθους έστειλε αντιπρόσωπό του, ο οποίος ανέγνωσε το χαιρετισμό του και αποχώρησε πάραυτα.
  • Αντιπρόσωπό του έστειλε επίσης ο πρέσβης της Ελλάδας κ. Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημερίδας.
  • Ο κ. Ζιάκας Θεόδωρος δεν παρευρέθη λόγω απροόπτου κωλύματος. Η εισήγησή του πληκτρογραφήθηκε και διανεμήθηκε σε όλους τους συνέδρους.

Η προσέλευση του κόσμου, τόσο κατά την πρωινή όσο και κατά την απογευματινή σύνοδο, κρίνεται ως ικανοποιητική ποσοτικά και ποιοτικά. Σημειώνεται η συνολική απουσία των καθηγητών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Γενικά η Ημερίδα υλοποίησε τους στόχους της και έκανε αισθητή την αντιπαράθεση της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων (ΕΜΕΘ) στα ιδεολογήματα και τις πολιτικές στοχοθετήσεις του «Μανιφέστου» των Σοφών.

Οι ομιλητές εξέτασαν ενδελεχώς το θέμα της Παιδείας, την προτεινόμενη Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, τις αλλαγές στα βιβλία της Ιστορίας, και όλα τα συναφή θέματα καταθέτοντας εποικοδομητικές εισηγήσεις.

Η Ημερίδα λειτούργησε στα πλαίσια του εποικοδομητικού διαλόγου-αντιλόγου στους πολιτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς των συντακτών-εισηγητών του σχεδίου εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Η σοβαρότερη αντιπαράθεση εντοπίσθηκε στο κυρίαρχο ιδεολογικό υπόβαθρο και στους πολιτικούς προσανατολισμούς, που διέπουν το σχέδιο εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, από τους χαιρετισμούς και τις εισηγήσεις των ομιλητών μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι έργο απαραίτητο και οπωσδήποτε πρέπει να συνεχισθεί, για την ποιοτική αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Παιδείας μας.

Η ΕΜΕΘ και το σύνολο των προσκεκλημένων ομιλητών ανταποκρίθηκαν στο ΔΙΑΛΟΓΟ, τον οποίο κήρυξε το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, επειδή ακριβώς θεωρούν απαραίτητη την υλικοτεχνική βελτίωση, την αναμόρφωση της μεθοδολογίας, την αναβάθμιση των προγραμμάτων και των σκοποθεσιών, τον εκσυγχρονισμό της Παιδείας μας, όπου αυτή υστερεί.

Οι ομιλητές στο σύνολό τους, μεταξύ των οποίων και τρεις πρώην υπουργοί Παιδείας, διετύπωσαν έντονες επικρίσεις και τάχθηκαν αντίθετα προς το ιδεολογικό υπόβαθρο και τα πολιτικά ιδεολογήματα, που διέπουν το ονομαζόμενο «Μανιφέστο Διαμορφωτικής Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης – Δημοκρατική και Ανθρώπινη Παιδεία στην Ευρωπαϊκή Πολιτεία».

Ομόφωνα οι εισηγητές παρατήρησαν ότι το «Μανιφέστο»: ακολουθεί προσχεδιασμένη εθνομηδενιστική πολιτική και σκοπεύει στην αποκοπή των εθνικών δεσμών της Κύπρου με την Ελλάδα, στον αφελληνισμό του Κυπριακού Ελληνισμού και στην ανάπτυξη μιας νέας εθνικής συνείδησης, Νεοκυπριακής, πράγμα που καθορίζει ακριβώς και ολόκληρο το πολιτικό σκεπτικό και την φιλοσοφία του «Μανιφέστου».

Οι αυτοονομαζόμενοι ως «σοφοί» επιχειρούν μέσω του «Μανιφέστου» και της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, την εθνική απονεύρωση και αλλοτρίωση των Ελλήνων της Κύπρου, την αποκοπή των Κυπρίων από την Ελλάδα, την παραχάραξη της Ιστορίας και της εθνικής μας ταυτότητας και την πλεύση προς τη δημιουργία νέου έθνους, κυπριακής ταυτότητας και συνείδησης.

Ο αφελληνισμός των Κυπρίων επιχειρείται με επιστημονικοφανείς ωραιολογίες και κενούς νεολογισμούς, εδραζόμενοι σε εύηχες φρασεολογίες, που παρουσιάζουν: τον εθνομηδενισμό ως εκσυγχρονισμό, τον εθνισμό ως εθνικισμό, την αγάπη της πατρίδας ως καθυστέρηση, την αγάπη προς την Ελλάδα ως εξάρτηση κ.α., για να εισηγηθούν την «απεξάρτηση από την Ελλάδα», την άρνηση της εθνικής μας ταυτότητας και την δημιουργία, δήθεν, μιας προοδευτικής και σύγχρονης πανανθρώπινης ταυτότητας, που αποτελεί μόνο φενάκη και αποκύημα φαντασίας.

Οι εισηγητές διαπίστωσαν παράλληλα την προφανή προσπάθεια των «Σοφών» για αποπροσανατολισμό και απομάκρυνση των μαθητών μας από την Ορθοδοξία και την θρησκευτική μας παράδοση, υπό το πρόσχημα της ανάγκης δημιουργίας του….. δημοκρατικού, νεοουμανιστή και πολυπολιτισμικού ανθρώπου. Η απόπειρα αυτή αποσύνδεσης από την Ελληνορθόδοξη πίστη, θεωρήθηκε ως διαστρέβλωση της αλήθειας και γενοκτονία της ιστορικής μνήμης.

Στο σύνολό τους οι σύνεδροι επέκριναν τα ιδεολογήματα αυτά, κατήγγειλαν την έξωθεν υποκίνηση και το σχεδιασμό των νεοκυπριακών προσανατολισμών και επεσήμαναν ότι αποτελούν άκρως επικίνδυνη προοπτική για το εθνικό πρόβλημα της Κύπρου, και τη επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού. Παράλληλα τόνισαν ότι πολίτες άχρωμοι και άοσμοι ή κοσμοπολίτες χωρίς ταυτότητα, όπως αυτούς που «ευαγγελίζονται» το «Μανιφέστο» των «Σοφών», δεν υπάρχουν πουθενά επί της γης. Η εφαρμογή των υποβολιμαίων αυτών πολιτικών, δήθεν «μεταρρυθμιστικών καινοτομιών», οδηγεί στην εξαφάνιση του Ελληνισμού της Κύπρου.

Διακηρύσσοντας την αντίθεση τους προς τα ιδεολογήματα των εισηγητών του σχεδίου Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, όλοι οι ομιλητές τόνισαν ότι η διατήρηση της Ελληνικής μας συνείδησης, οι στενοί δεσμοί με την Ελλάδα και τον ιστορικό μας πολιτισμό, η άρρηκτη σύνδεση μας με την ιστορία, τις ρίζες και την ορθόδοξη πίστη των Κυπρίων αποτελούν το μοναδικό εχέγγυο για την επιβίωση, την ελευθερία και την αποφυγή της διχοτόμησης.

Οι ομιλητές της Ημερίδας διεφώνησαν με την απαξιωτική αποτίμηση των εισηγητών του σχεδίου Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης και τη μομφή ότι η παιδεία μας ήταν μέχρι σήμερα στενά και αρνητικά Ελληνοκυπριακοκεντρική και Εθνοκεντρική, με την έννοια ότι αγνοούσε και περιφρονούσε τους άλλους λαούς και τους ξένους πολιτισμούς. Παράλληλα απέκρουσαν έντονα τον ισχυρισμό των «Σοφών» ότι οι δάσκαλοι και η Παιδεία μας εμφορούνταν από αντιδημοκρατικές ιδέες και ρατσιστικούς προσανατολισμούς και θεώρησαν ότι αυτό αποτελεί άδικο διασυρμό των δασκάλων μας.

Αντίθετα τονίστηκε ότι η Παιδεία μας υπήρξε ανέκαθεν ουμανιστική και μελετούσε με σεβασμό την Ιστορία και τους ξένους εθνικούς πολιτισμούς, πάντοτε με δημοκρατικές διαδικασίες και αποδοχή της ετερότητας και ιδιαιτερότητας των άλλων, πάντοτε οι Έλληνες-Κύπριοι δάσκαλοι και Εκπαιδευτικοί αναγνώριζαν και πρόβαλλαν τις ανθρωπιστικές αξίες, τις ηθικοπολιτικές αρετές και τις πολιτισμικές επιτυχίες των ξένων, εκπαιδεύοντας σωστούς, ελεύθερους και δημοκρατικούς πολίτες.

Από τους συνέδρους της Ημερίδας επισημάνθηκε επίσης ότι η έννοια εθνική και εθνοκεντρική Παιδεία δεν ευρίσκεται σε σύγκρουση με τις αρχές του διεθνισμού και του ανθρωπισμού και τονίσθηκε πως όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλλιεργούν την Ευρωπαϊκή συνείδηση, χωρίς όμως να έχουν διαγράψει ή αρνηθεί την εθνική τους ταυτότητα, όπως απαιτεί ο ευσεβοποθισμός των εισηγητών του σχεδίου της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης.

Έντονη ήταν η αποδοκιμασία όλων των ομιλητών για το πολυσυζητημένο βιβλίο της Στ’ δημοτικού, την επιστημονικοφανή μηχανορραφία που επιχειρείται και την παραχάραξη των βιβλίων της Ιστορίας. Απαίτησαν την άμεση απόσυρση του βιβλίου και τον τερματισμό της αλλοίωσης ή παραποίησης της Ιστορίας μας, που μόνο τα σχέδια και την προπαγάνδα της Άγκυρας και των ξένων κέντρων εξυπηρετεί, ενώ τόνισαν ότι η συμφιλίωση και η ειρήνη, η λύση και η συμβίωση μπορούν να οικοδομηθούν μόνο πάνω στην ιστορική αλήθεια και την ειλικρινή, αμοιβαία αποδοχή του πολιτισμού, της Ιστορίας, της Θρησκείας, των εθνικών και φυλετικών διαφορετικοτήτων του ενός από τον άλλον.

Πολλοί από τους ομιλητές της Ημερίδας εξέφρασαν τη σοβαρή διαφωνία τους για την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία μας και τόνισαν τις καταστροφικές συνέπειες, που προκάλεσε η ενέργεια αυτή, τόσον στην ψυχοπνευματική υπόσταση και την Ελληνομάθεια των νέων μας, όσο και στις πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Η Ημερίδα διεφώνησε συνολικά με τη θέση των «Σοφών» ότι χρειάζεται ιδεολογικός αναπροσανατολισμός της Παιδείας μας και γενική αναμόρφωση της σκοποθεσίας, πράγμα που υπονοεί ότι όλα όσα ίσχυαν μέχρι τούδε ήταν λάθος.

Κοινή ήταν η επισήμανση ότι το σχέδιο Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης και οι συντάκτες του ουδόλως έλαβαν υπ’ όψη την Ιστορία, τον πολιτισμό, την παράδοση και το παρελθόν των Κυπρίων και συνέταξαν το «Μανιφέστο» τους ως η Κύπρος να ήταν μια ελεύθερη και μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, ως να μην είχε συμβεί ποτέ η Τουρκική Εισβολή του 1974. Γενικά οι συνέπειες της Εισβολής και η συνεχιζόμενη κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου από τους Τούρκους αντιμετωπίζονται ως γεγονότα ουδέποτε γενόμενα. Το σχέδιο των «Σοφών» πάσχει από αμνησία, περιφρονώντας ως άχρηστη ή φαντασιακή την τραγική συλλογική μνήμη του Κυπριακού Ελληνισμού.

Οι σύνεδροι της Ημερίδας τόνισαν εμφατικά ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, εκπαιδευτική ή άλλη, πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψη ότι η πατρίδα μας τελεί, από το 1974, υπό ημικατοχή, 200.000 Κύπριοι παραμένουν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, το πρόβλημα των αγνοουμένων προσκρούει στην αναλγησία των κατακτητών, οι οποίοι εκποιούν και εκμεταλλεύονται άπληστα τις κατεχόμενες περιουσίες των Ελλήνων της Κύπρου, ενώ στην γραμμή αντιπαράταξης στέκονται και φρουρούν το έγκλημα 40.000 πάνοπλοι Τούρκοι στρατιώτες. Πρέπει ακόμα να θυμούνται οι οποιοιδήποτε μεταρρυθμιστές ότι ο εισβολέας παρουσιάζεται αμετακλήτως αδιάλλακτος, χωρίς και την παραμικρή ένδειξη για πολιτική βούληση συνεργασίας και λύσης του Κυπριακού προβλήματος.

Υπό τας περιστάσεις αυτάς η ορθή Ελληνοκεντρική και εθνοκεντρική παιδεία, πάντοτε απαλλαγμένη από οποιαδήποτε στοιχεία ρατσισμού και μισαλλοδοξίας, κρίνεται ως απαραίτητη και αναντικατάστατη. Η Κύπρος χρειάζεται Παιδεία με βαθιές ρίζες στην Ιστορία και στον Ελληνικό πολιτισμό, που να καλλιεργεί και να δημιουργεί νέους υπερήφανους για το εθνικό παρελθόν τους και αποφασισμένους να αγωνιστούν για την σωτηρία της πατρίδας τους και του πολιτισμού τους.

Τον εθνικό χαρακτήρα της Παιδείας μας επιβάλλει ακόμη περισσότερο και η επιχειρούμενη από τις Η.Π.Α. παγκοσμιοποίηση, που υποσκάπτει τις εθνικές ταυτότητες των λαών και απεργάζεται την εθνική τους αλλοτρίωση, οδηγώντας στην παγκόσμια υποταγή λαών και εθνών.

Η Ελλάδα και η εθνική μας συνείδηση υπήρξαν διαχρονικά τα κύρια στηρίγματα των αγώνων απελευθέρωσης και επιβίωσης. Κατά συνέπεια οι εθνικοί μας πολιτισμικοί δεσμοί με την Ελλάδα, όχι μόνον δεν πρέπει να χαλαρώσουν ή να υποβιβασθούν, αλλά να ενισχυθούν και να ισχυροποιηθούν.

Με ανάλογο τρόπο πρέπει να προστατευθούν: η Ιστορία, το εθνικό μας παρελθόν, η ορθόδοξη πίστη μας, η παράδοση και η γλώσσα μας, που αποτελούν την κρηπίδα της ύπαρξής μας και γι’ αυτό βάλλονται πανταχόθεν με ανελέητο τρόπο.

Το έθνος παραμένει συλλογική οντότητα, παρά τις αμφισβητήσεις των μεταμοντέρνων ιστορικών. Παρομοίως και το Ελληνικό έθνος μας είναι υπαρκτή συλλογική οντότητα και στην βάση αυτήν ονομάζουμε «εθνική ταυτότητα» την αυτοκατανόηση του έθνους.

Τέλος τονίστηκε έντονα ότι η διατήρηση της εθνικής μας παιδείας και της ιστορικής μας μνήμης, η διαρκής αναζωογόνηση της εθνικής συνείδησης των νέων μας, η αποτροπή της απόπειρας εθνικής μας μετάλλαξης, είναι στοιχεία συνυφασμένα με την ύπαρξη και την επιβίωση του Ελληνισμού στην Κύπρο.

Ανδρέας Αλ. Μακρίδης

Αντιπρόεδρος

Μάϊος 2007

Advertisements