Ημερίδα με τίτλο «Η απειλή της λαθρομετανάστευσης», και υπότιτλο «η ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών -λαθρομεταναστών και οι αρνητικές συνέπειές της στην ασφάλεια, τη δημογραφική αλλοίωση και την πολιτιστική ζωή της Κύπρου» που έγινε στις 29 Νοεμβρίου 2008 και ώρα 9:30 π.μ. στο οίκημα της ΣΕΚ

IMG_0014Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων ανακοινώνει την επιτυχή πραγματοποίηση της Ημερίδας με θέμα «Η απειλή της λαθρομετανάστευσης», και υπότιτλο «η ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών -λαθρομεταναστών και οι αρνητικές συνέπειές της στην ασφάλεια, τη δημογραφική αλλοίωση και την πολιτιστική ζωή της Κύπρου», που διεξήχθη το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008 και ώρα 9.30 π.μ. στη Λευκωσία, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Σ.Ε.Κ. Την εκδήλωση κάλυψαν τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά πολλά ΜΜΕ.
Η εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό που εστάλη από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο Β΄, ο οποίος τόνισε τους κινδύνους που εγκυμονούν για δημογραφική αλλοίωση του τόπου μας και αλλοίωση του από αιώνων ελληνικού και χριστιανικού χαρακτήρα της νήσου μας. Χαιρετισμό επίσης απηύθυνε και ο κ. Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός Συγγραφέας, Πρόεδρος του Επιστημονικού Συλλόγου Νέων Αθηνών, ο οποίος επισήμανε την ανάγκη για από κοινού, όλων των Ελλήνων δηλαδή, αντιμετώπιση του φαινομένου της λαθρομετανάστευσης. Την εκδήλωση προσφώνησε ο πρόεδρος της ΕΜΕΘ κ. Κρίνος Ζ. Μακρίδης εκφράζοντας την ευχή η εκδήλωση αυτή να γίνει απαρχή για προβληματισμό προς όλους τους Ελληνες πολίτες του τόπου και λήψη ουσιαστικών μέτρων από την πολιτεία.
Στο πρώτο μέρος της ημερίδας ακούστηκαν τρεις εξαίρετες εισηγήσεις. Η πρώτη από τον κ. Ανδρέα Αλ. Μακρίδη, Φιλόλογο, Ιστορικό, με θέμα «Ο εποικισμός κατά την περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας στην Κύπρο». Η δεύτερη από τον κ. Ηλία Ηλιόπουλο, Διδάκτορα Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου με θέμα «Μαζική μετανάστευση- λαθρομετανάστευση, εθνοπολιτισμική αναδιάταξη ή και πολυπολιτισμική ιδεοληψία».Η τρίτη εισήγηση ήταν του κ. Κυριάκου Κοφτερού, πτυχιούχου Ναυπηγικής, με θέμα «Μεταναστευτική πολιτική σε μια Ευρωπαϊκή χώρα. Η περίπτωση της Ολλανδίας». Εδώ αξίζει να επισημάνουμε ότι πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η προοδευτική ακόμη Ολλανδία, στην μεταναστευτική πολιτική που εφαρμόζει, υποχρεώνει τους μετανάστες να μάθουν την επίσημη γλώσσα της χώρας και την ιστορία, με σκοπό να εντάσσονται ομαλά στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον που βρίσκονται.
Μετά το διάλειμμα, ακολούθησε το δεύτερο μέρος της ημερίδας με ακόμη τρεις εισηγήσεις. Η πρώτη από την κα Λώρα Παπαντωνίου, Γενική Παθολόγο, Επιδημιολόγο με θέμα «Δυσμενείς επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία από τη Μετανάστευση – λαθρομετανάστευση: Παράδειγμα HIV / AIDS». Η δεύτερη από τον κ. Βασίλειο Καρβουνιάρη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, Συγγραφέα, με θέμα «Και ταύτα πάντα γέγονε δια την ημετέραν άνοιαν, αλλ’ ού δια την εκείνων δύναμιν». Νομική πτυχή – Εθνική και Ευρωπαϊκή. Η τελευταία πολύ αξιόλογη εισήγηση εκφωνήθηκε από τον κ. Γιάννη Κολοβό, επικοινωνιολόγο και συγγραφέα με θέμα: «Πώς να μην έχετε μεταναστευτική πολιτική: τα διδάγματα της Ελλάδας», ο οποίος σκιαγράφησε με πολύ κατανοητό τρόπο την επικρατούσα κατάσταση με τα θέματα μεταναστών στην Ελλάδη, όπου κατά καιρούς οι διάφορες κυβερνήσεις εγκληματούν πραγματικά, αφού ελληνοποιούν μαζικά μετανάστες χωρίς κανένα κριτήριο.
Ακολούθησε συζήτηση της οποίας είχε το γενικό συντονισμό ο κ. Ανδρέας Μορφίτης, μέλος ΕΜΕΘ. Στο σημείο αυτό μάλιστα υπήρξε αναφορά συγκριτικών δεδομένων ροής λαθρομεταναστών της Κύπρου με τις ΗΠΑ. Στην Κύπρο αναλογούν 89 λαθρομετανάστες ανά 10.000 κατοίκους ενώ στις ΗΠΑ το ποσοστό αναλογίας είναι μολις 4,5 στους 10.000!
Την ημερίδα έκλεισε ο κ. Κρίνος Μάκριδης ο οποίος αφού συνεχάρη όλους τους ομιλητές και όλους τους παριστάμενους στην εκδήλωση, τόνισε την ανάγκη να είμαστε όλοι οι Έλληνες σε εγρήγορση προς αντιμετώπιση των δεινών που επισωρεύονται στην πατρίδα μας από την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση, την έλλειψη Μεταναστευτικής Πολιτικής για την ένταξη των ξένων συνανθρώπων μας στην τοπική κοινωνία και την υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας της γλώσσας και της υγείας των αυτοχθόνων κατοίκων της Κύπρου.

Η προσφώνηση του Προέδρου της ΕΜΕΘ κ. Κρίνου Ζ. Μακρίδη

IMG_0012Αυτό είναι το θέμα της σημερινής μας Ημερίδας και θα επιδιώξουμε να το τεκμηριώσουμε με τις εισηγήσεις των εκλεκτών ομιλητών μας, έξω από κάθε ρατσιστική ή σοβινιστική προσέγγιση ή νοοτροπία.
Ναι, υπάρχει απειλή, υπάρχουν κίνδυνοι από την λαθρομετανάστευση για την εθνική ταυτότητα των αυτοχθόνων Ελλήνων της Κύπρου, για τη γλώσσα, για την υγεία, για την οικονομική τους ευημερία.
Και η απειλή δεν προέρχεται από τις στρατιές των απελπισμένων, φτωχών και πεινασμένων λαθρομεταναστών συνανθρώπων μας αλλά από την έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, από την αδιαφορία των οργανωμένων συνόλων, από όλους εμάς τους απλούς πολίτες.
Χωρίς οργάνωση, χωρίς όραμα, χωρίς μελέτες και στοιχεία για το ποιος, από πού πώς και γιατί εισέρχονται στην Κύπρο παράνομα οι στρατιές των λαθρομεταναστών, το μόνο που κάνουν οι άρχοντες μας είναι να κατηγορούν αυτούς που εκφράζουν την αντίθεση και τις ανησυχίες τους γι’ αυτή την καταστροφική κοινωνική αταξία της ανεξέλεγκτης ανοχής και προαγωγής της λαθρομετανάστευσης.
Και μάλιστα σε μια εποχή που 10% του πληθυσμού της Κύπρου ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, όταν ο αριθμός των λαθρομεταναστών, εκτός των εποίκων, ανέρχεται στο 18% με μέσο όρο στην Ε.Ε. 10%, όταν οικογένειες ξεκληρίζονται ή καταλήγουν στο έγκλημα και την πορνεία, επειδή η πολιτεία τους αρνείται ένα αξιοπρεπές επίδομα διότι έχει να θρέψει 170.000 μετανάστες-λαθρομετανάστες και αιτητές πολιτικού ασύλου, 60.000 οικιακές βοηθούς και 80.000 πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Το δημογραφικό πρόβλημα διογκώνεται ο πολιτισμός, η γλώσσα, η θρησκεία απειλούνται γιατί οι κυβερνώντες από τη μια δεν θωρακίζουν το λαό και από την άλλη οι λαθρομετανάστες δεν βοηθούνται να επαχθούν αποτελεσματικά στην τοπική κοινωνία.
Γι’ αυτό διαμαρτυρόμαστε και θα διεκδικήσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα μας με όλα τα νόμιμα στη διάθεση μας μέσα.
Θα υποχρεώσουμε την πολιτεία να εφαρμόσει τους νόμους, να υπερασπιστεί και τα δικά μας δικαιώματα έναντι των λαθρομεταναστών και των Τουρκοκυπρίων που απορροφούν οι μεν πρώτοι ?130 εκατομμύρια Ευρώ και ?50 εκατομμύρια οι δεύτεροι κατ’ έτος, από τον προϋπολογισμό του Κράτους σε επιδόματα, νοσηλεία, δωρεάν παιδεία, χωρίς οι ίδιοι να συνεισφέρουν ούτε ένα ευρώ.
Θα διαμαρτυρηθούμε και θα διαλαλήσουμε τι κάνει η υπόλοιπη Ευρώπη που θέλει να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα των υπηκόων της.
Συντελείτε μια αδικία στη χώρα μας, μια έμμεση εθνοκάθαρση και ένοχοι είναι η Τούρκικη κατοχή η Άγγλοι και οι Αγγλικές βάσεις, και η δική μας πολιτική και εθνική ασυναρτησία.

ΚΡΙΝΟΣ Ζ. ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Η εισήγηση του κ. Ανδρέα Μακρίδη

Η εισήγηση του κ. Ηλία Ηλιόπουλου

ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ- ΔΙΔΑΚΤΩΡ (Dr. phil)
ΛΟΥΔΟΒΙΚΕΙΟΥ-ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΕΙΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
(Ludwig-Maximilian Universitaet Muenchen)/
ΑΝΑΛΥΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΘΕΜΑ:

ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ / ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, ΕΘΝΟΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ / ΕΘΝΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗ
ΚΑΙ «ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ» ΙΔΕΟΛΗΨΙΑ.

Στο σύγχρονο, εξόχως ρευστό, διεθνές περιβάλλον εμφανίζεται ολοένα και εντονότερα η απειλή γεωπολιτισμικής / εθνοπολιτισμικής και, κατ’ επέκτασιν,  γεωπολιτικής / εθνοπολιτικής αναδιατάξεως χωρών και περιοχών – απειλή που έχει ως «όχημα» την Μαζική Μετανάστευση / Λαθρομετανάστευση.

Είναι, όμως, η Μαζική Μετανάστευση / Λαθρομετανάστευση απειλή για την Εθνική Ασφάλεια των Κρατών; Η απάντηση συνάγεται αβίαστα από την μελέτη πλείστων όσων ιστορικών παραδειγμάτων: από της εκ των έσω αλώσεως του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους από τους γερμανογενείς λαούς – αλλά και του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, μία χιλιετία αργότερα, από τους τουρκογενείς λαούς- μέχρι της νεωτέρας Βαλκανικής Ιστορίας, αλλά και από την προσεκτική εξέταση των τρεχουσών εξελίξεων της διεθνούς πολιτικής καθώς και της προϊούσης γεωπολιτικής αναδιατάξεως ολοκλήρων περιοχών επί των ημερών μας (όρα Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια).

Σήμερα, κατά την εκτίμηση εγκύρων αναλυτών, η Μαζική Μετανάστευση / Λαθρομετανάστευση απειλεί τα Κράτη με τους εξής τρόπους:

α) εισαγωγή πάσης φύσεως εθνοπολιτισμικών (ethnocultural) – εθνοφυλετικών/θρησκευτικών – διενέξεων και αντιμαχιών, δυναμένων να κλιμακωθούν σε ευθείες και άμεσες απειλές κατά της Εθνικής Ασφαλείας (π.χ. τέλεση τρομοκρατικών ενεργειών),

β) σταδιακή υπονόμευση της εθνικής και κοινωνικής συνοχής καθ’ όσον η Μαζική Μετανάστευση απειλεί τα κεκτημένα επίπεδα ευημερίας και κοινωνικής προνοίας ενός Έθνους (ενώ, απ’εναντίας, όταν η είσοδος μεταναστών γίνεται υπό αυστηρόν έλεγχον και βάσει σαφώς ορισθέντων και αυστηρώς τηρουμένων ποιοτικών κριτηρίων μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της Εθνικής Οικονομίας). Περαιτέρω, η Μ.Μ. διαβρώνει την εθνική και κοινωνική συνοχή διά του σχηματισμού παραλλήλων κοινωνιών (γκεττοποίηση) με συνέπειες την διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, την ανατροπή κρισίμων για την Εθνική Ασφάλεια δημογραφικών – ανθρωπογεωγραφικών ισορροπιών και την εμφάνιση, μακροπροθέσμως, εσωτερικών εθνοτικών/πολιτισμικών διενέξεων,

γ) ανεξέλεγκτη δράση στοιχείων του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος, της Διεθνούς Ναρκω-Τρομοκρατίας (narcoterrorism), της Διεθνούς Διακινήσεως γυναικών και ανηλίκων κ.λ.π..,

δ) απειλή κατά της δημοσίας υγείας με την εισαγωγή εντός μιας χώρας νέων ή αγνώστων μέχρι τούδε νοσημάτων ή ιών, ή την επανεμφάνιση ασθενειών που εθεωρούντο από μακροτάτου χρόνου ως εκλιπούσες.

Ατυχώς, μία σοβαρή συζήτηση περί Μαζικής Μεταναστεύσεως έχει καταστεί σήμερα εν Ελλάδι αδύνατη, λόγω της κρατούσης ιδεοληπτικής εθελοτυφλώσεως και μονομερείας αλλά και εξ αιτίας της ασκουμένης ιδεολογικής τρομοκρατίας, εκ μέρους του συνασπισμού των δυνάμεων του Ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού (που, καίτοι ελαχίστη μειοψηφία μεταξύ του λαού, ελέγχει ασφυκτικώς τα ΜΜΕ, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τα Πανεπ/μια και τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους εν γένει). Άρα, οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε τα στοιχειώδη, να προσπαθήσουμε να διαλύσουμε ευρέως διαδεδομένες πλάνες και ιδεολογήματα και να υπενθυμίζουμε ορισμένες αλήθειες:

Ο Νέστωρ της Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας Helmut Schmidt (Χέλμουτ Σμιτ), διατελέσας Καγκελλάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εξέπληξε προ ετών την Κοινή Γνώμη ομολογώντας δημοσίως ότι  ήταν μοιραίο λάθος, από της δεκαετίας του ’60 και εντεύθεν, η εισαγωγή στην Γερμανία (και στην Ευρώπη εν γένει) εργατών από ξένες πολιτισμικές ζώνες, και δή από την Τουρκία.  Τα προβλήματα που θα επέφερε αυτή η πολιτική υποτιμήθηκαν, και στην Γερμανία και στην Ευρώπη, επεσήμανε ο τέως Καγκελλάριος και εξήγησε ότι «πολυ-πολιτισμικές κοινωνίες μπορούν να υπάρξουν ειρηνικώς μόνο υπό συνθήκες αυταρχικών καθεστώτων». Ως παράδειγμα ανέφερε την περίπτωση της Σιγκαπούρης.

Επί της ουσίας, ο Helmut Schmidt είχε απόλυτο δίκαιο: Το ιδεολόγημα της «πολυπολιτισμικής κοινωνίας»  –  που τεχνηέντως και επιμόνως επιχειρούν να επιβάλουν ορισμένοι στα ιστορικά έθνη-κράτη της Ευρώπης  –  και φενάκη αποτελεί και επ’ ουδενί συμβαδίζει με την δυτικού τύπου Δημοκρατία, η οποία προϋποθέτει έναν κοινό εθνοπολιτισμικό παρονομαστή, έναν υπαρκτό «βαθμό εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής», όπως μας υπενθύμισε  ο Peter Brimelow, στο πολύκροτο βιβλίο του «Alien Nation».   Άλλωστε, εάν θέλουμε να ακριβολογήσουμε μέχρι κεραίας, ακόμη και ο όρος «πολυπολιτισμική κοινωνία» είναι, από την σκοπιά της Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας και της Εθνολογίας, αντίφαση καθ’ εαυτήν, contradictio in adjecto, καθ’όσον μία κοινωνία δεν μπορεί να διέπεται ει μη μόνον από ένα πολιτισμό: Στο Κοινωνιολογικό Λεξικό η «κοινωνία» ορίζεται ως «μία ομάδα ατόμων, η οποία διακρίνεται μέσω ενός ιδιαιτέρου πολιτισμού (αξιακό σύστημα, παράδοση) και είναι ανεξάρτητη από άλλες ομαδοποιήσεις)» , ενώ τα μέλη της περί ης ο λόγος ομάδας συνδέονται μεταξύ τους με «συνείδηση του «εμείς»»(Wir-Bewusstsein), «συνεκτικό σύστημα συμβόλων» κ.λ.π.

Ο πολιτισμός (νοούμενος πάντοτε υπό την γερμανική έννοια της Kultur) είναι, κατά την διατύπωση του Wilhelm E. Muhlmann (Βίλχελμ Μύλμαν), ένας δεύτερος «συμβολικός κόσμος» (symbolische Welt), ο οποίος επικάθηται του πραγματικού, κατά τρόπον ώστε η εκ μέρους του συγκεκριμένου προσώπου πρόσληψη της «ούσης πραγματικότητος» να γίνεται μόνον μέσω αυτής της ιστορικώς προϋπαρχούσης «συμβολικής πραγματικότητος».   Συνεπώς, μόνον καταχρηστικώς δύναται να γίνεται λόγος περί πολυπολιτισμικών κοινωνιών, προκειμένου να υποδηλωθούν περιπτώσεις παραλλήλων κοινωνιών διαβιουσών εντός της αυτής κρατικής επικρατείας (κατά κανόνα Αυτοκρατορίας, όπως θα δούμε ευθύς αμέσως).

Με όσα είπε ο ιστορικός ηγέτης της Γερμανικής και Ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς δεν ήλθε μόνον σε διαμετρική αντίθεση προς την γραμμή που σήμερα επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά και Αριστερά (και όχι μόνον). Συγχρόνως, προξένησε – ως εμφαίνεται και εκ των αντιδράσεων –  σοβαρή ρωγμή σε αυτό το οποίο η διαπρεπής ισραηλινή ιστορικός Bat Ye’or έχει αποκαλέσει «Κουλτούρα Θανασίμων Ψευδών» (culture of deadly lies) των ευρωπαϊκών κοινωνιών, εννοώντας ως τοιαύτην την συρραφή από πρόδηλα ψεύδη και μισές αλήθειες που, ελέω μιας πρωτοφανούς για τα δεδομένα της Δυτικής φιλοσοφικής και πολιτικής παραδόσεως ιδεολογικής τρομοκρατίας , επικρατούν σήμερα σε ένα ουκ ευκαταφρόνητο τμήμα της ούτω καλουμένης προοδευτικής διανόησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ιδίως δε στην τάλαινα Ελλάδα, επικρατούν δυστυχώς καθ’ολοκληρίαν, αντιστάσεως μη ούσης, σε επίπεδο ΜΜΕ , πανεπιστημίων, παιδαγωγικών ινστιτούτων και εν γένει Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους.

Τυπικό παράδειγμα αυτής της «Κουλτούρας Θανασίμων Ψευδών» είναι η διαρκής και συστηματική προπαγάνδιση του ιδεολογήματος της «πολυ-πολιτισμικής κοινωνίας», μολονότι κάθε σοβαρός επιστήμων που διαθέτει ιστορική γνώση και επίγνωση μπορεί να βεβαιώσει, εάν δεν εκκινεί από ιδεοληπτικής αφετηρίας, ότι η λεγόμενη «πολυπολιτισμικότητα» είναι τελείως ασύμβατη με συστήματα έστω και στοιχειωδώς δημοκρατικά. Πράγματι, είτε αναφερόμεθα στην κλασσική Αθήνα της αρχαιότητος, είτε στην πρώϊμη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, είτε στην Βενετία των ύστερων Μεσαιωνικών και πρώϊμων Νεωτέρων Χρόνων, είτε στα νεώτερα ιστορικά συνταγματικά και δημοκρατικά  Έθνη-Κράτη (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ολλανδία, Σουηδία, Νορβηγία κ.λ.π.), παντού, το δημοκρατικό σύστημα διακυβερνήσεως  καθώς επίσης και το σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης  συνεβάδισαν με την σαφή, ιστορικά διαπιστωμένη, εμφάνιση και κυριαρχία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού,  υπό την έννοια ενός συγκεκριμένου συστήματος αξιών,  παραστάσεων, συμβολισμών, συλλογικής μνήμης και κοινών υπονοουμένων (ο πολύς Hofstatter ομιλεί για «κοινά αυτονόητα») , τα οποία μοιράζονταν όλα τα μέλη που συναποτελούσαν το κοινό σύνολο.

Σημειωτέον ότι εξαίρεση δεν αποτελούν ούτε καν αυτές οι ΗΠΑ. Εν αντιθέσει προς μία ευρέως διαδεδομένη σήμερα πλάνη, η θαυμαστή εκείνη Δημοκρατία των Founding Fathers του 18ου και 19ου αι. οικοδομήθηκε επί σαφούς και διακριτής εθνο-πολιτισμικής βάσεως, ήτοι ευρωπογενούς («λευκής», αν θέλετε) / ιουδαιοχριστιανικής (ο αφρικανικής καταγωγής πληθυσμός, που ευρίσκετο ήδη στο έδαφος των Πολιτειών όταν αυτές προχώρησαν στην ανεξαρτητοποίησή τους, δεν δύναται να θεωρηθεί ως ιδρυτική συνιστώσα της νεοπαγούς Δημοκρατίας καθ’ όσον εστερείτο τότε πολιτικών δικαιωμάτων – και το αυτό ίσχυε για τους κιτρίνης, σινικής ή ιαπωνικής, καταγωγής κατοίκους των ΗΠΑ ).   Και επί ενάμισυ αιώνα περίπου, η μετανάστευση στις ΗΠΑ παρέμεινε και αυστηρώς ελεγχόμενη. Οι εξαιρέσεις που υπήρξαν έμελλε να οδηγήσουν, αργότερα, σε έγερση απειλής για την Εθνική Ασφάλεια και να θέσουν σε δοκιμασία το δικαιοκρατικό και πολιτικό σύστημα της χώρας. Κατά μακρές περιόδους μάλιστα, η μετανάστευση στις ΗΠΑ υπήρξε απολύτως απηγορευμένη, προκειμένου η κοινωνία υποδοχής να «χωνέψει» τους νεοαφιχθέντες,  αλλά και αυστηρώς μονο-πολιτισμική υπόθεση. Ακόμη και αυτή η περίφημη φλογερή φράση του εθνικού συγγραφέως και εκ των Ιδρυτών Πατέρων της Δημοκρατίας Θωμά Παίην για την Αμερική ως πολιτικό «άσυλο της ανθρωπότητος» έχει τύχει αθλίας παραποιήσεως και νοηματικής διαστρεβλώσεως εκ μέρους της «προοδευτικής πολυπολιτισμικήςδιανόησης», κατά παγίαν άλλωστε πρακτική της τελευταίας: Στο περίφημο έργο του «Κοινός Νους», ο πολύς Thomas Paine είχε καταστήσει απολύτως σαφές ότι αντιλαμβανόταν την νεοπαγή Δημοκρατία ως άσυλο των εξ Ευρώπης διωκομένων Χριστιανών («we claim brotherhood with every European Christian»).

Η υπόθεση της «πολυπολιτισμικότητος» είναι και για τις ΗΠΑ σχετικά πρόσφατη: Ανάγεται στον μοιραίο εκείνο Μεταναστευτικό Νόμο του 1965, βάσει του οποίου, για πρώτη φορά, αντικαθίστατο το μέχρι τότε ισχύσαν, επί δύο αιώνες, ποιοτικό κριτήριο (εθνοπολιτισμικό και επαγγελματικό) με το κριτήριο της οικογενειακής επανενώσεως (family reunification), γεγονός το οποίο έμελλε να έχει, έκτοτε, δεινές επιπτώσεις, καθώς επέφερε κατακόρυφη πτώση του επιπέδου των μεταναστών, αθρόα εισαγωγή τριτοκοσμικών μαζών, μη αφομοιωσίμων, καταχρηστική εκμετάλλευση των συστημάτων δημοσίας προνοίας και παιδείας, και ευρύτατη γκεττοποίηση, με την εμφάνιση πολλαπλών παραλλήλων κοινωνιών.  Ο George Βοrjas, Καθηγητής Δημοσίας Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, γράφει σχετικώς: «Οι σημερινοί μετανάστες είναι λιγότερο ικανοί από τους προκατόχους τους. Είναι σήμερα πολύ περισσότερο πιθανόν να ζητούν κοινωνική προστασία και βοήθεια, και πολύ περισσότερο πιθανόν να έχουν παιδιά ή να αποκτήσουν παιδιά τα οποία θα παραμείνουν σε πτωχές περιοχές – «γκέττο» –  κεχωρισμένες από την υπόλοιπη κοινωνία».

Έτσι, και ενώ μέχρι της εποχής εκείνης η ελεγχόμενη, λελογισμένη και εθνοπολιτισμικώς προσδιορισμένη μετανάστευση ήταν ευεργετική για την μεγάλη αυτή Δημοκρατία,  η θέσπιση ως απολύτου κριτηρίου της οικογενειακής επανενώσεωςκαταργηθέντος μάλιστα του εθνοπολιτισμικού κριτηρίου – ευθύνεται, καθ’ ομολογίαν των Αμερικανών ρεαλιστών αναλυτών, για την σοβαρώτερη απειλή εναντίον της εθνοπολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής και της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών στις ΗΠΑ, από της εποχής του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Ήδη δε εκφράζεται έντονη ανησυχία μήπως, εν τέλει, η εναπομείνασα Υπερδύναμη έχει την τύχη της Ρώμης, αλωθείσης έσωθεν υπό των «βαρβαρικών» στιφών! (όπως γράφει ο πολύς Samuel Huntington στο τελευταίο βαρυσήμαντο έργο του «Who Are We? The Crisis of American Indentity»).

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τυχαίο το ότι αυτό που σήμερα αποκαλείται «πολυ-πολιτισμική κοινωνία», ιστορικά, εμφανίζεται στην αχανή πολυεθνική/  πολυθρησκευτική/ πολυγλωσσική Περσική Αυτοκρατορία, στην ύστερη Ρώμη (την Ρώμη της Αυτοκρατορίας και της Παρακμής)  ή, για να έλθουμε στους Νεωτέρους Χρόνους, στις αυταρχικές Αυτοκρατορίες, όπως εκείνη των Αψβούργων στην Κεντρική Ευρώπη (Αυστρία/Αυστροουγγαρία), ή εκείνη των Ρομανώφ στην τσαρική Ρωσσία. Και βεβαίως, κατ’ εξοχήν  «πολυπολιτισμική κοινωνία» ήταν το Οσμανικό/Οθωμανικό δεσποτικό Κράτος.

Προσέτι, οι κορυφαίοι θεωρητικοί του Δυτικού Φιλελευθερισμού, οι οποίοι  –  εν αντιθέσει προς τρέχουσες εσφαλμένες παραστάσεις  –  δεν διακρίνονταν από μονοδιάστατη οικονομιστική αντίληψη των πραγμάτων, αλλά διέθεταν σαφώς αυτό που στην Ιστορία των Πολιτικών Θεωριών αποκαλούμε «normative background»,  θεωρούσαν αδιανόητη την ιδέα ότι μπορεί να συμβαδίσει η οικοδόμηση αστικής δημοκρατίας με ένα ανάλογο πολυ-αξιακό πλαίσιο, πιστεύοντας απ’ εναντίας ότι ένας ικανοποιητικός βαθμός εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής είναι απολύτως αναγκαία προϋπόθεση υπάρξεως και ομαλής λειτουργίας και των δημοκρατικών θεσμών αλλά (ενδιαφέρον!) και της ελευθέρας οικονομίας. Την πίστη αυτή εκφράζουν, μεταξύ άλλων, στα γραπτά τους ο August Friedrich von Hayek και ο Μurray Rothbard. Αλλά και προσφάτως μας υπενθύμισε τα ανωτέρω ο διαπρεπής Βρεταννός συγγραφεύς David Conway, στο θαυμάσιο έργο του «In Defence of the Realm. The Place of Nations in Classical Liberalism».

Τόσον ο προαναφερθείς όσον και ο Brimelow καταδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας τα αδιέξοδα της μεταναστευτικής πολιτικής των Δυτικών Κρατών, κατά τις τελευταίες τρεις-τέσσερεις δεκαετίες. Κυρίως καταδεικνύεται πόσο ολέθριο σφάλμα, ιστορικών διαστάσεων, υπήρξε η απομάκρυνση από την παραδοσιακή αρχή της αφομοιώσεως (assimilation) των μεταναστών και η αντικατάστασή της από το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικότητος, το οποίο στην πράξη δεν οδήγησε ει μη στην δημιουργία παραλλήλων μικροκόσμων, χωρίς καμμία ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους και αποτελούντων, ipso facto, δεξαμενές ενός τεραστίου συγκρουσιακού δυναμικού. Εξαίρουν δε την ανάγκη να υπάρξει ένας καθορισμένος βαθμός εθνολογικής και πολιτισμικής συνοχής σε μία δυτική δημοκρατική κοινωνία, παραλλήλως προς την (εξ ίσου επιβεβλημένη) ανάγκη αυστηρού επανακαθορισμού και επαναπροσδιορισμού της μεταναστευτικής πολιτικής επί τη βάσει συγκεκριμένων ποιοτικών και εθνοπολιτισμικών κριτηρίων

Σημειωτέον εν προκειμένω, ότι οι λοιπές Δυτικές Χώρες είχαν επίσης εισαγάγει, στο «πνεύμα του ’68», αυτήν την ρήτρα-παγίδα: Η Γαλλία, επί παραδείγματι, την θέσπισε εν έτει 1974. Εν τω μεταξύ βεβαίως, μετανόησε πικρώς, και έσπευσε και αυτή, όπως και η Μ. Βρεταννία και η Γερμανία και η Ολλανδία και τα Σκανδιναυϊκά Κράτη, εν όψει των επιπτώσεων, να αναθεωρήσει την μεταναστευτική πολιτική επί το αυστηρότερον.  Παραδόξως, όμως, οι ιθύνοντες εν Ελλάδι έκριναν σκόπιμο να εισαγάγουν, εν έτει 2005, στο πλαίσιο του λεγομένου «Μεταναστευτικού Νόμου», αυτήν ακριβώς την διάταξη, που, διαπιστωμένα, τόσα αδιέξοδα επέφερε στις προηγμένες Δημοκρατίες, ενώ ταυτοχρόνως η μετα-νεωτερική, μετα-εθνική, «πολυπολιτισμικώς» φρονούσα «διανόηση» μέμφεται την Πολιτεία διότι, άκουσον-άκουσον, ο νόμος δεν είναι τόσο .«φιλο-μεταναστευτικός» όσο αυτή θα ήθελε!!! Περί της ανάγκης να διαφυλαχθεί η κοινωνική συνοχή, η ανθρωπογεωγραφία, η εθνοπολιτισμική συνέχεια και η πολιτειακή σταθερότης του ιστορικού χώρου που λέγεται «Ελλάς» ούτε λέξις!!!

 

 Ας δούμε, όμως, τί συμβαίνει στην Γηραιά Ήπειρο.
Δεν έχομε, ασφαλώς, λησμονήσει την πρόσφατη εθνοπολιτισμική σύγκρουση στην Γαλλία,  η οποία συνεκλόνισε την μεγάλη αυτή ηπειρωτική Ευρωπαϊκή Δύναμη τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2005. Η σύγκρουση εξερράγη την 27η Οκτωβρίου στο προάστιο των Παρισίων Clichy-sous-Bois, εξ αφορμής του θανάτου δύο ατόμων νεαράς ηλικίας και αφροαραβικής/ μουσουλμανικής/ μεταναστευτικής καταγωγής,  επελθόντος λόγω ατυχήματος, ενώ επιχειρούσαν να διαφύγουν εξακρίβωση στοιχείων από τις Αρχές Ασφαλείας). Μετά ταύτα, η σύγκρουση εξαπλώθηκε ραγδαίως στα κατοικούμενα από το μουσουλμανικό/ αφροαραβικό/ μεταναστευτικό στοιχείο προάστια τριακοσίων περίπου (300) αστικών κέντρων της χώρας -, μεταξύ αυτών: Στρασβούργο, Λίλλη, Νίκαια, Ρουένη, Τουλούζη, Αμιένη, Μασσαλία, Ντιζόν, Άβρη κ.λ.π.

Επρόκειτο περί απειλής κατά της Εθνικής Ασφαλείας; Ας ομιλήσουν τα γεγονότα: Πανθομολογουμένως επρόκειτο για την σοβαρώτερη κρίση της Γαλλικής Δημοκρατίας από της εποχής της Κρίσεως της Αλγερίας (1955), όπως φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι ο Υπουργός των Εσωτερικών εισηγήθηκε στον Πρωθυπουργό, και αυτός με την σειρά του στην Βουλή, το Π.Δ. υπ’ αριθμ. 2005-1387 της 8ης Νοεμβρίου 2005 σχετικό προς την εφαρμογή του Νόμου υπ’αριθμ. 55-385 της 3ης Απριλίου 1955, ο οποίος ορίζει την κήρυξη ολοκλήρου της εθνικής επικρατείας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (declaration de l’ etat d’ urgence). Η Εθνική Αντιπροσωπεία εψήφισε το προαναφερθέν Διάταγμα, το οποίο και ίσχυσε από της 9ης Νοεμβρίου, προβλέπον την παραχώρηση ευρυτάτων εξουσιών στους Νομάρχες, ιδιαιτέρως δε και ρητώς την εκ μέρους τους επιβολή απαγορεύσεως κυκλοφορίας. Η αρχικώς προβλεπομένη διάρκεια 12 ημερών παρετάθη επί τρίμηνον.

«Αληθή περίπτωση αντάρτικου πόλεων» (urban guerrilla) χαρακτήρισε το φαινόμενο ο Jean-Louis Debre, εκπρόσωπος της Assemblee Nationale και Δήμαρχος του Evreux, ενώ χαρακτηριστική είναι και η τοποθέτηση των πλέον αρμοδίων, εκείνων που επί εβδομάδες και νυχθημερόν βίωσαν και βιώνουν άμεσα την κατάσταση: Η Εθνική Ένωση Αστυνομικών χαρακτήρισε το φαινόμενο «εμφύλιο πόλεμο» και ζήτησε από την Κυβέρνηση την επέμβαση του Στρατού.  Εν τούτοις, και παρά την προσφυγή στην νομοθεσία εκτάκτου ανάγκης του 1955, η Γαλλική Κυβέρνηση απέφυγε εσκεμμένως και συστηματικώς, στις επίσημες δηλώσεις της, την αναφορά στην απηγορευμένη λέξη «Ισλάμ» και γενικώς ο,τιδήποτε θα ηδύνατο να εκληφθεί ως παραδοχή ότι στην χώρα διεξάγεται εθνοπολιτισμική σύγκρουση χαμηλής εντάσεως (lοw intensity ethnocultural conflict). Το αυτό ισχύει και για τις Αρχές Ασφαλείας της Γαλλίας, των οποίων είναι γνωστή και παροιμιώδης η άκρα μυστικότης με την οποία περιβάλλουν ένα ζήτημα που θεωρείται «affaire d’ etat».

Εν τούτοις, έγκυροι αναλυτές της Δυτικής «security community», όπως ο Michael Radu, εξέχον στέλεχος του Κέντρου Τρομοκρατίας, Αντιτρομοκρατίας και Εσωτερικής Ασφαλείας (Center on Terrorism, Counter-Terrorism and Homeland Security) του Ινστιτούτου Ερευνών Εξωτερικής Πολιτικής (Foreign Policy Research Institute) των ΗΠΑ, δεν εκφράζουν την παραμικρά αμφιβολία περί του εθνο-πολιτισμικού (ισλαμικού) χαρακτήρα του φαινομένου. Περαιτέρω, διαβεβαιώνουν ότι οι αρμόδιοι της «DirectiondesRenseignementsGeneraux» (το γαλλικό αντίστοιχο της CIA) και της «DirectiondelaSurveillanceduTerritoire» (DST: το γαλλικό αντίστοιχο του FBI) είχαν από πολλών ετών απευθύνει αυστηρές προειδοποιήσεις προς την ιθύνουσα πολιτική ελίτ των Παρισίων για την επερχομένη εθνοπολιτισμική έκρηξη – οι οποίες, κατά τα φαινόμενα, εν πολλοίς αγνοήθηκαν (Arnaud de Borchgrave). Και η Γαλλία κατέστη πεδίο φυλετικών ταραχών. «Διότι αυτό είναι φυλετικές ταραχές», κατά την διαπίστωση του Καθηγητού Steven Ekovich από το Αμερικανικό Πανεπ/μιο των Παρισίων.  Αφ’ ης στιγμής ετέθη εν ισχύϊ το Διάταγμα περί Καταστάσεως Εκτάκτου Ανάγκης, η κρίση έβη σαφώς προς εκτόνωσιν.

Ένας πρώτος απολογισμός ανθρωπίνων απωλειών και υλικών ζημιών – μέχρι 11ης Νοεμβρίου 2005 – είχε ως ακολούθως:
– Νεκροί:  ένας Γάλλος πολίτης, 60 ετών, γαλλικής (ευρωπαϊκής) καταγωγής, χριστιανικού θρησκεύματος, μικροαστικής κοινωνικοοικονομικής προελεύσεως, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από εξαγριωμένους ταραχοποιούς εμπρός στην είσοδο της κατοικίας του.
– Βαρέως τραυματισθέντες:  πέντε πολίτες και μέλη των Σωμάτων Ασφαλείας, μεταξύ αυτών μία γυναίκα με σωματική αναπηρία και κινητικά προβλήματα, την οποία περιέλουσαν με βενζίνη και πυρπόλησαν οι ταραχοποιοί, ένας Πυροσβέστης επίσης πυρποληθείς, μία μητέρα συνοδεύουσα το νήπιο τέκνο της και δύο Αστυνομικοί πυροβοληθέντες διά κυνηγετικού όπλου.
Ελαφρώς τραυματισθέντες:  75 Αστυνομικοί των Λόχων Ασφαλείας της Δημοκρατίας (Companies Republicaines de la Securite / CRS) και των λοιπών Υπηρεσιών της Χωροφυλακής (Gendarmerie), 36 Νοσηλευτές και Οδηγοί των Υπηρεσιών Πρώτων Βοηθειών, και εκατοντάδες άμαχοι πολίτες και ταραχοποιοί.
Υλικές ζημίες:  7000 οχήματα πυρποληθέντα, ιδιωτικά και δημόσια (Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, αστυνομικά, πυροσβεστικά, νοσοκομειακά κ.λ.π.), εκατοντάδες δημόσια και δημοτικά καταστήματα πυρποληθέντα και καταστραφέντα ολικώς ή μερικώς (Σχολεία, Νηπιαγωγεία, Βρεφοκομικοί Σταθμοί, Κέντρα Νεότητος, Πολιτιστικά Κέντρα, Υποκαταστήματα Κοινωνικής Προνοίας, Κέντρα Υγείας, Υπηρεσίες Εφορίας, Νομαρχίες, Αστυνομικά Τμήματα, Σταθμοί Κοινωνικής Υποστηρίξεως, Κέντρα Υποστηρίξεως Γυναικών και Βιβλιοθήκες), ιδιωτικά καταστήματα πάσης επαγγελματικής χρήσεως, θρησκευτικά καθιδρύματα (ναοί, κοιμητήρια κ.λ.π.).

Αλλά και η παραδοσιακώς υπερ-φιλελεύθερη Ολλανδία συγκλονίζεται από έξαρση της εθνοφυλετικής και εθνοπολιτικής βίας τα τελευταία έτη. Ο επικεφαλής της Κ.Ο. των Φιλελευθέρων  Jozias van Aartsen ομολογεί λίαν χαρακτηριστικώς: «Από το 1940 δεν αντιμετωπίσαμε πιο επικίνδυνο εχθρό της κοινωνικής υπάρξεώς μας

Αναφορικά δε με την νέα – ΑΥΣΤΗΡΟΤΑΤΗ -μεταναστευτική πολιτική της χώρας και, συνακολούθως, την στάση των Αρχών έναντι της εγκληματικότητος και παραβατικότητος των μεταναστών, ηΥπουργός Μεταναστεύσεως της (σοσιαλδημοκρατικής) Κυβερνήσεως Rita Verdonk διεκήρυξε προς πάσαν κατεύθυνσιν:  «Υπήρξαμε πολύ μαλθακοί. Απαιτούνται καθαρά λόγια! Η ώρα της τεϊοποσίας τελείωσε!» Καθ’όσον αφορά, εξ άλλου, στο ζήτημα της ενσωματώσεως, η Ολλανδή Υπουργός υπεγράμμισε με έμφαση: «Δεν είναι υποχρέωση της χώρας υποδοχής να ενσωματώσει τους μετανάστες! Ο μετανάστης οφείλει να ενσωματωθεί εάν θέλει να αξιοποιήσει την ευκαιρία που του παρέχεται. Αν δεν το πράξει, πρέπει να φύγει!»

Μετά και την εμπειρία των τελευταίων ετών από την εθνοπολιτισμική – ιδίως την ισλαμιστική – βία και τρομοκρατία (από την Βρεταννία και τις Σκανδιναβικές Χώρες έως την Γαλλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο), οι υπεύθυνοι πολιτικοί ιθύνοντες, που ενεργούν με αίσθηση ευθύνης έναντι του Λαού που τους εκλέγει και του εθνικού-κρατικού σχηματισμού τον οποίο διευθύνουν,  αλλά και οι ρεαλιστές αναλυτές, που λειτουργούν με γνώμονα την λογική κρίση και την εμπειρικοϊστορική γνώση και δεν ασπάζονται τα μεταφυσικά δόγματα της Πολιτικής Θεολογίας (Paul Gottfried) του «Πολυπολιτισμικού» Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού, γνωρίζουν ότι επιβάλλεται ριζικός επαναπροσδιορισμός της μεταναστευτικής πολιτικής επί το αυστηρότερονμε ιδιαίτερη συνεξέταση της παραμέτρου της εθνικής ασφαλείας. Διότι έχουν επίγνωσι του ότι οι συνταγές του «κράτους-ψυχοθεραπευτού» θα αποδειχθούν, στην καλύτερη περίπτωση, ημίμετρα.

Άλλωστε, με το γνώριμο βρεταννικό φλέγμα, το έθεσε και ο Timothy Garton Ash:  «Έξι χιλιάδες πυρπολημένα αυτοκίνητα δεν θα φαίνονται τίποτε περισσότερο παρά ορεκτικά» («hors-d’oeuvre»)  εν όψει όσων επέρχονται, δεδομένου ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός θα βαίνει αυξανόμενος, προϊόντος του χρόνου, ένεκα του υψηλού δείκτου γεννήσεων, ενώ, καθ’ όλες τις ενδείξεις, θα συνεχισθεί και η τριτοκοσμική μετανάστευση προς την Ευρώπη.

Βεβαίως, η «κουλτούρα θανασίμων ψευδών» συγκαλύπτει την αμείλικτη κοινωνική πραγματικότητα της συγχρόνου Ευρώπης – μία πραγματικότητα διαρκούς εθνοπολιτισμικής συγκρούσεως χαμηλής εντάσεως – πίσω από τις ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις των πολιτικών ιθυνόντων και γνωμηγητόρων (νεοελληνιστί: opinion leaders) αλλά και πίσω από τους (απαράδεκτους για την Δυτική φιλελεύθερη παράδοση) φραγμούς σκέψεως και εκφράσεως που έχουν επιβάλλει (σε υπερεθνικό και εθνικό επίπεδο), οι εκπρόσωποι του ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού, χρησιμοποιώντας ως «ιεροεξεταστικό τροχό» το ιδεολόγημα του «Αντιρατσισμού», περί του οποίου γνωρίζουμε, το αργότερο από τον Taguieff, ότι δεν είναι παρά ρατσισμός με αντεστραμμένο πρόσημο.

Ιδιαιτέρως στην απευκταία πλην θεωρουμένη ως πολύ πιθανή περίπτωση εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ, διαφαίνεται ορατό το ενδεχόμενο να δικαιώσουν οι εξελίξεις στην Ευρώπη τον Νέστορα της γερμανικής δημοσιογραφίας Peter Scholl-Latour. Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος, διατελέσας επί σειράν δεκαετιών ανταποκριτής του Δευτέρου Κρατικού Τηλεοπτικού Διαύλου (ZDF) και Δ/ντής της Δυτικογερμανικής Κρατικής Ραδιοφωνίας (WDR), αλλά και συγγραφεύς και ανατολιστής, ευρέθη την τελευταία 15ετία λοιδορούμενος, από τους επαγγελματίες «αντιρατσιστές», λόγω της εναντιώσεώς του στην Μαζική Μετανάστευση μουσουλμανικών μαζών προς την γηραιά ήπειρο (είχε δε χαρακτηρίσει το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικότητος ως «βλακώδη νεολογισμό του συρμού»). Ο Peter Scholl-Latour, λοιπόν, είχε προειδοποιήσει ότι το μείγμα της ακολουθούμενης μεταναστευτικής πολιτικής σε συνδυασμό με την δυναμική της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας θα οδηγήσει σε «bosnische Verhaltnisse» (ήγουν: Συνθήκες Βοσνίαςκαι στην Δυτική Ευρώπη!

Συναφώς, ο (υπεράνω πάσης υποψίας επί ρατσισμώ καθ’ ότι γνωστός φιλελεύθερος) Ολλανδός πολιτικός και διατελέσας Επίτροπος της ΕΕ  Fritz Bolkestein το διατυπώνει με αξιοσημείωτο πολιτικό θάρρος: «Σε δέκα, δεκαπέντε χρόνια, θα υπάρχουν σε όλες τις μεγάλες πόλεις πλειονότητες ανθρώπων ΜΗ Δυτικής καταγωγής». Συνέπεια τούτου: «Οι άλλοτε ξακουστές για την ευημερία τους πόλεις μας θα καταντήσουν ζώνες φτώχειας».

Ο εν λόγω πολιτικός, ο μόνος μεταξύ τριάντα επιτρόπων που είχε ταχθεί δημοσίως και ρητώς κατά της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ, καταγγέλλει την ευθύνη των Ευρωπαίων ιθυνόντων και των «λεγομένων πολιτικών ηγετών» στο ζήτημα της Τουρκίας, αλλά και τον ρόλο του «καρτέλλ διαμορφωτών της Κοινής Γνώμης», διότι παρεμπόδισε συστηματικώς την διεξαγωγή ενός δημοσίου διαλόγου για το μείζον ζήτημα της μεταναστεύσεως, και ειδικώτερα της μουσουλμανικής μεταναστεύσεως στην Ευρώπη. Θεωρεί ότι τα συμπεράσματα θα ήσαν τελείως διαφορετικά από ό,τι επιτάσσει η κρατούσα ιδεολογία της «political correctness», και για τον λόγο αυτό το καρτέλλ «διανοουμένων» και«διαμορφωτών Κοινής Γνώμης» απαγορεύει επί δεκαετίες τον ελεύθερο δημόσιο διάλογο. Βεβαίως, δι’ αυτού του τρόπου δεν επιλύεται το πρόβλημα, «το μεγαλύτερο ζήτημα για την Ευρώπη» κατά τον Ολλανδό πολιτικό. Το μόνο που επιτυγχάνει η ιδεοληψία των διανοουμένων και η δειλία των πολιτικών είναι να ενισχύει την ανάπτυξη, όπως γράφει επί λέξει,  ενός  « δεξιού λαϊκιστικού κινήματος αντιστάσεως του γηγενούς πληθυσμού»,  εξέλιξη την οποία ο ίδιος θεωρεί αναπόφευκτη.       

 

Σημειωτέον ότι, εν τω μεταξύ, υπό το βάρος της ολοένα διογκουμένης αντιστάσεως των κυριάρχων Λαών, σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. (εξαιρουμένης μέχρι προ καιρού της Ισπανίας, η οποία όμως μετέβαλε και αυτή γραμμή πλεύσεως) λαμβάνονται λίαν αυστηρά μέτρα για τον έλεγχο και τον περιορισμό της Μεταναστεύσεως, παρά τις αντίθετες συστάσεις της Νομενκλατούρας των Βρυξελλών (η Επιτροπή – Κομμισσιόν – της Ε.Ε. συστήνει, στην «Πράσινη Βίβλο» για την Μετανάστευση, «την διατήρηση σταθερών μεταναστευτικών εισροών στην Ευρώπη», χωρίς βεβαίως και να .κόπτεται για τις επιπτώσεις και παρενέργειες, το τίμημα των οποίων άλλωστε θα κληθούν να καταβάλουν, τις επόμενες δεκαετίες, όχι οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών αλλά οι απλοί πολίτες, και δη των μεσαίων και κατωτέρων οικονομικών στρωμάτων, που θα βλέπουν το περιβάλλον εντός του οποίου ζουν να επιδεινούται δραματικώς).
Εν τούτοις, η Ολλανδία, η Μ. Βρεταννία, η Δανία, η Αυστρία, ηΓερμανία, η Σουηδία κλπ έχουν ήδη εισαγάγει αυστηρότατο νομοθετικό πλαίσιο – αγνοώντας, και δικαίως, τις διεθνιστικές ιδεοληψίες της υπερεθνικής τεχνογραφειοκρατικής ελίτ των Βρυξελλών. Μάλιστα δε το Λονδίνο εζήτησε και επέτυχε, ως γνωστόν, την εξαίρεσή του από το καθεστώς της Συνθήκης Σέγκεν, με κυρία αιτιολογία ακριβώς την διατήρηση του εθνικού ελέγχου της ροής μεταναστών  από την ευρωπαϊκή ήπειρο προς τις Βρεταννικές Νήσους. Προ διετίας δε εξήγγειλε νέο νόμο που καθιστά άκρως επιλεκτική και ποιοτική την Μετανάστευση προς το Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο την προσέλκυση εξειδικευμένων επιστημόνων στα πεδία της Ιατρικής και των «τεχνολογιών αιχμής». Αλλά και στην απέναντι ηπειρωτική ακτή, ο τότε Γάλλος Υπουργός Εσωτερικών (και νυν Πρόεδρος) Νικολά Σαρκοζύ εξέπεμψε ένα ευκρινέστατο μήνυμα, αυξάνοντας κατά 50% τις απελάσεις παρανόμων μεταναστών.

Προδήλως, τα ανωτέρω διαπιστωθέντα, υπό των δυτικών κρατών, περί αποτυχίας της επί σειράν ετών εφαρμοσθείσης μεταναστευτικής πολιτικής και, άρα, περί κατεπειγούσης ανάγκης επαναχαράξεώς της, ισχύουν καθ’ ολοκληρίαν και για την Ελλάδα – ιδιαιτέρως δε σε συνάρτηση με την μείζονα απειλή για την Εθνική μας Ασφάλεια, την οποία θα αποτελέσει, μετά βεβαιότητος, ο Αλβανικός Αναθεωρητισμός εντός της προσεχούς 20ετίας – ιδίως μετά και την πρόσφατη ολοκλήρωση και επισημοποίηση της αποσχίσεως του Κοσσυφοπεδίου.
Εν προκειμένω, πρέπει ευθαρσώς να λεχθεί ότι ξενίζει το γεγονός ότι οι εξελίξεις αυτές δεν φαίνεται να ανησυχούν τους Έλληνες πολιτικούς, ακόμη ολιγώτερο δε την πλέουσα σε πελάγη «πολυπολιτισμικής» μακαριότητος «διανόηση» και τα ΜΜΕ. Αντιθέτως, η συνέχιση της κατασκευής, εκ του μη όντος, μιας συμπαγούς εθνοπολιτισμικής μειονότητος εντός της εθνικής επικρατείας – μειονότητος εμφορουμένης μάλιστα υπό εξόχως ανεπτυγμένης εθνικής αυτοσυνειδησίας και αλυτρωτικής εθνικιστικής ιδεολογίας – εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με αδιαφορία και πάντοτε εντός του (απαγορευτικού για κάθε επί της ουσίας συζήτηση) πλαισίου της «political correctness». Έτσι – σε μία περίοδο καθ’ ην άλλες χώρες,  παραδοσιακώς θεωρούμενες ως υποδείγματα ελευθεριαζούσης χαλαρότητος και ιδιαιτέρως επιρρεπείς σε τολμηρούς κοινωνικούς πειραματισμούς, αισθάνονται υποχρεωμένες, εκ των πραγμάτων, να αναθεωρήσουν ριζικώς την φιλοσοφία και πολιτική τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ολλανδία) – αντιθέτως, στην Ελλάδα ο σχετικός δημόσιος διάλογος, στο ελάχιστο μέτρο που διεξάγεται – και υπό τους όρους ιδεολογικής τρομοκρατίας και ευτελισμού των πάντων, υπό τους οποίους διεξάγεται – εξαντλείται στην μυωπική θέαση των ευκαιριακών κερδών (για ορισμένους οικονομικούς ολιγάρχες), από την εκμετάλλευση φθηνής και ανασφάλιστης εργασίας, ή στην (πρόσκαιρη μόνον, όπως έδειξε η διεθνής εμπειρία) ανακούφιση των ασφαλιστικών ταμείων.

Σήμερα, παγκοσμίως, η Μαζική Μετανάστευση και το «πολυπολιτισμικό» ιδεολόγημα προδήλως χρησιμοποιούνται, από την Υπερεθνική και Μετα-Εθνική Οικονομική και Γραφειοκρατική Ελίτ και τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς των, ως Δούρειος Ίππος για την υπονόμευση και αποφλοίωση των νεωτερικών δημοκρατικών και συνταγματικών Εθνών-Κρατών, με την πολιτική-στρατηγική εκμετάλλευση των λεγομένων «μειονοτήτων». Στο πλαίσιο αυτό, καταλύεται και το παραδοσιακώς ισχυρό επιχείρημα της εθνικής ομοιογένειας μιας χώρας, αφού, χάρις στην Μαζική Μετανάστευση / Λαθρομετανάστευση, «μειονότητες» μπορούν πλέον να κατασκευάζονται ή να εισάγονται ακόμη και εκεί όπου μέχρι πρό τινος δεν υπήρχαν.

Τυπικό παράδειγμα αποτελεί, εν προκειμένω, η περίπτωση της Ελλάδος: Καίτοι ήταν η μόνη χώρα στην ΝΑ. Ευρώπη, η οποία ανεδείκνυε, μέχρι την δεκαετία του ’90, ένα (θαυμαστό) εξαιρετικά υψηλό ποσοστό εθνολογικής ομοιογενείας και δεν διέθετε εντός της κρατικής επικρατείας της ευμεγέθεις εθνοπολιτισμικές μειονότητες, εξαιρουμένης της ολιγάριθμης μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, ωστόσο, η κατάσταση μετεβλήθη άρδην, εντός μιας δεκαετίας μόλις.
Η χώρα μας, η οποία είχε καταβάλει βαρύτατο φόρο αίματος για να μπορεί να καυχάται μεταπολεμικώς για την εθνολογική της ομοιογένεια και συνοχή (η υπόθεση αυτή της στοίχισε δύο Βαλκανικούς και δύο Παγκοσμίους Πολέμους καθώς και, κυρίως, την Μικρασιατική Καταστροφή), ευρέθη αίφνης και πάλι στο στάδιο μιας βαλκανικής χώρας της δεκαετίας του 1910, κατοικούμενη από πλείστες όσες εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, μεταξύ μάλιστα των οποίων και μία άκρως συμπαγής, δημογραφικώς ανθηρά και προερχόμενη από όμορη χώρα, που παγίως είχε – και τώρα πάλιν εγείρει – εδαφικές διεκδικήσεις εναντίον ολοκλήρου της Δυτικής Ελλάδος.
Για να το πούμε απλά: Αυτό το οποίο συνηθίζαμε να θεωρούμε ως το μόνον «θετικό» της ασύλληπτης ιστορικής και πολιτισμικής τραγωδίας που αναμφιβόλως υπήρξε η εκρίζωση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, δηλαδή την δημιουργία, τουλάχιστον, εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, μετά το 1923, μιας εθνικώς συνεκτικής κοινωνίας, η οποία, παρά τα πλείστα άλλα κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτικά προβλήματά της, δεν είχε – και δεν θα είχε – πλέον να αντιμετωπίζει και τον κίνδυνο «εθνοτικοποίησης» των αντιθέσεων αυτών (κίνδυνο θανάσιμο ακόμη και για σοβαρές Μεσαίες Δυνάμεις, όπως έδειξαν κατά τον Μεσοπόλεμο, αλλά και προσφάτως, οι περιπτώσεις της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας), αυτό, λοιπόν, το «θετικό» που μας κληροδότησαν οι μεγάλες ανακατατάξεις του 20ού αιώνος, με δραματική κορύφωση την Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή Πληθυσμών, εξανεμίσθηκε εντός εκπληκτικώς βραχυτάτου χρονικού διαστήματος και με ασύλληπτη ευκολία εντός μιας 17ετίας.
Εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει, οσονδήποτε καλόπιστος ή αφελής και αν είναι, ότι η Μαζική Μετανάστευση (ήγουν, για να ακριβολογούμε:  Λαθρομετανάστευση – διότι εν  Ελλάδι δεν έχουμε Μετανάστευση αλλά Λαθρομετανάστευση!)  έγινε το εργαλείο μιας εθνοπολιτισμικής-γεωπολιτισμικής αναδιατάξεως, και, άρα, μπορεί να γίνει και εργαλείο γεωπολιτικής αναδιατάξεως του Ελληνικού Ιστορικού Χώρου και του Ελληνικού Έθνους-Κράτους.
Η «επαναβαλκανοποίηση» της χώρας μας, η οποία μέχρι της μοιραίας δεκαετίας του ’90, θεωρούσε ότι είχε επιλύσει ανεπιστρεπτί προβλήματα εθνολογικών / εθνοπολιτισμικών αντιθέσεων, έχει, αυτοδήλως, κρίσιμη σημασία για την Εθνική Ασφάλεια, δοθείσης της γεωγραφικής / γεωπολιτικής θέσεως της Ελλάδος στην καταπονημένη από το βάρος της Ιστορίας της Βαλκανική – μιας Ιστορίας που βρίθει αναλόγων αντιθέσεων και των εξ αυτών απορρεουσών διενέξεων και συρράξεων, και όπου οι πάσης φύσεως «μειονότητες» αξιοποιήθησαν επανειλημμένως, και κατά το απώτερο και κατά το πρόσφατο παρελθόν, από εξωβαλκανικές Ηγεμονικές Δυνάμεις για την επίτευξη συγκεκριμένων γεωπολιτικών σχεδιασμών.

Πρέπει συντόμως να προβληματισθούμε σοβαρά όχι μόνον για το ευρύτερο κοινωνικό κόστος, αλλά πολύ περισσότερο για το κόστος στην Εθνική Ασφάλεια και στην Κοινωνική Συνοχή, το οποίο μπορεί να επιφέρει, σε μία προοπτική 20ετίας και υπό ορισμένες γεωπολιτικές και διεθνοπολιτικές συνθήκες, η βεβιασμένη, και άνευ σαφούς και συγκροτημένου «corpus» κριτηρίων, ένταξη τρίτων, συμπαγών εθνοπολιτισμικών μορφωμάτων στον εθνικό χώρο (και στο εκλογικό σώμα).
Εν τούτοις, οι ιθύνουσες πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές – «πνευματικές» ελίτ της χώρας μας μοιάζουν να έχουν απολύτως και αναντιρρήτως αποδεχθεί ως το πλέον αυτονόητο ότι η Ελλάς – μία χώρα, η οποία διέβη από αναρίθμητες εθνικές τραγωδίες, ξένες κατοχές και δουλείες και καταστροφές, και παρά ταύτα επέτυχε να διαφυλάξει πάντοτε την εθνική της ταυτότητα και την εθνοπολιτισμική και ιστορική της συνέχεια – αυτή, λοιπόν, η χώρα σήμερα όχι «απλώς» ακολουθεί την μοίρα άλλων ατυχών χωρών-θυμάτων της παγκοσμιοποιήσεως, αλλά έχει αναχθεί σε «προνομιακό» πεδίο εφαρμογής των γεωπολιτικών και γεωπολιτισμικών σχεδιασμών της παγκοσμιοποιήσεως, δηλαδή των  «πολυπολιτισμικών» πειραμάτων, τα οποία ευθέως απειλούν την εθνική και κοινωνική συνοχή της, την εθνική της ασφάλεια και την πολιτική και πολιτειακή σταθερότητά της.
Ο αριθμός των μεταναστών  –  νομίμων (ανάγνωθι:  νομιμοποιηθέντων εκ των υστέρων) και παρανόμων (διάβαζε: μη εισέτι νομιμοποιηθέντων)  –  υπολογίζεται σήμερα επισήμως σε ενάμισυ περίπου εκατομμύριο, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 15% περίπου του πληθυσμού της χώρας. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι λαθρομετανάστες που δεν έχουν συμπληρώσει δώδεκα μήνες παραμονής και οι οποίοι υπολογίζονται σε άλλες 500.000 περίπου. Η εφαρμογή της Οδηγίας για οικογενειακή επανένωση σημαίνει στην πράξη, αυτοδικαίως, άλλα τρία ή τέσσερα εκατομμύρια (3.000.000 – 4.000.000) νομίμων μεταναστών, απλώς και μόνον κατ’ εφαρμογήν της Κοινοτικής Οδηγίας. Συγκεκριμένα, εάν υπολογίσουμε την άφιξη της συζύγου και δύο τέκνων για το ενάμισυ εκατομμύριο λαθρομετανάστες που ήδη ευρίσκονται εν Ελλάδι (το έλασσον που μπορούμε να υποθέσουμε, λογικώς και βασίμως, παραβλέποντας προς στιγμήν και για την οικονομία της αναλύσεως ότι οι τριτοκοσμικής, και δη μουσουλμανικής, προελεύσεως οικογένειες διαθέτουν κατά κανόνα πολύ περισσότερα των δύο τέκνων), αν, λοιπόν, δεχθούμε ως βάση υπολογισμού την εξαιρετικά μετριοπαθή εκτίμηση των τριών επιπλέον οικογενειακών μελών, που θα σπεύσουν να κάνουν χρήση του δικαιώματος της επανενώσεως, τότε τούτο σημαίνει, σε προοπτική μόλις μιας πενταετίας ή δεκαετίας π.χ., άφιξη τεσσεράμισυ ακόμη εκατομμυρίων (4.500.000) αλλοδαπών.
Οπότε θα έχουμε, πάντα κατά τους πλέον συγκρατημένους υπολογισμούς, ένα άθροισμα άνω των πεντέμισυ εκατομμυρίων αλλοδαπών (5.500.000) εντός μιας δεκαετίας. Εάν δε προσθέσουμε σε αυτούς και τις 500.000 εκείνων που δεν έχουν συμπληρώσει δώδεκα μήνες παραμονής (όπως ορθώς  επισημαίνει, στις πάντοτε θαυμάσιες αναλύσεις του ο Περικλής Νεάρχου), συμπεριλάβουμε δε και αυτούς, ως θα έχουμε υποχρέωση, στις πρόνοιες της Κοινοτικής Οδηγίας για την Οικογενειακή Επανένωση, τότε έχουμε ακόμη ενάμισυ εκατομμύριο νομίμων μεταναστών (1.500.000). Άρα, συνολικώς, (7) εκατομμύρια αλλοδαπών – εντός μιας δεκαετίας.

Προδήλως, δεν απαιτούνται μαντικές ικανότητες για να προβλέψει και να αντιληφθεί κανείς το τι μέλλει γενέσθαι, σε αυτήν την περίπτωση: Δεδομένου μάλιστα ότι ο συντελεστής γεννήσεως των μεταναστών είναι δυόμισυ φορές περίπου μεγαλύτερος εκείνου του ελληνικού πληθυσμού, είναι ηλίου φαεινότερον ότι η χώρα θα κατοικείται από πληθυσμό ο οποίος, κατά πλειοψηφίαν, δεν θα είναι ελληνικής καταγωγής αλλά ξενικής – εθνολογικής και πολιτισμικής – καταγωγής. Η Ελλάς ΔΕΝ θα είναι πλέον η χώρα των Ελλήνων, φιλοξενούσα και ένα εύλογο και αφομοιώσιμο αριθμό μεταναστών – αντιθέτως, θα έχει μεταλλαχθεί σε μία, πλειοψηφικώς, τριτοκοσμική / αφροασιατική (κατά μέγα μέρος δε και μουσουλμανική) χώρα. Θα είναι μία «πολυπολιτισμική» χώρα κειμένη κάπου στο βάθος ενός από τους ομοκέντρους κύκλους της διηυρυμένης Ε.Ε., μεταξύ Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, (Μεγάλης) Αλβανίας και Τουρκίας.

Και το ερώτημα που αυτονοήτως και λογικώς τίθεται, είναι: Δεν εσκέφθησαν αυτά τα αυτόδηλα οι ιθύνοντες – αλλά και οι αυτόκλητοι πνευματικοί ταγοί και γνωμηγήτορες της χώρας μας; Πώς είναι δυνατόν να συζητεί κανείς, να εισηγείται και να νομοθετεί την εγκατάσταση στην Ελλάδα, στο άμεσο ορατό μέλλον, μιας στρατιάς επτά εκατομμυρίων αλλοδαπών; Και είναι δυνατόν οι όποιες μονοδιάστατες, οικονομιστικές προσεγγίσεις (ότι, τάχα, δια της αθρόας εισαγωγής ανθρωπίνων μαζών θα λύσει η ελληνική πολιτική το .ασφαλιστικό πρόβλημα!) να δικαιολογούν ένα τέτοιων διαστάσεων και επιπτώσεων εθνικό ατόπημα; Όταν μάλιστα πρόκειται για εξαιρετικά ρηχές, επιπόλαιες και εν τέλει αντιπαραγωγικές, ακόμη και με στενώς οικονομικά κριτήρια εξεταζόμενες, προσεγγίσεις, όπως κατέδειξε η εμπειρία άλλων προηγμένων χωρών!
Στοιχειώδης λογική υποδεικνύει ότι το μέτρο της οικογενειακής επανενώσεως – καθώς επίσης και μία σειρά λοιπών μέτρων (αυτόματη ανανέωση των αδειών παραμονής και εργασίας κοκ) – έχουν ασφαλώς την θέση τους (για λόγους ανθρωπιστικούς αλλά και ορθολογικούς) στο πλαίσιο της νόμιμης και ελεγχόμενης μεταναστεύσεως, οπότε και είναι εξ αρχής καθορισμένοι και σαφείς οι όροι και οι προϋποθέσεις.
Εξ άλλου, και αυτό οφείλει να υπογραμμισθεί, στις προηγμένες δυτικές χώρες (Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Ιταλία κλπ), θεωρείται αυτονόητη υποχρέωση των ιθυνόντων της Εθνικής Μεταναστευτικής Πολιτικής ο προσδιορισμός, με απόλυτη σαφήνεια, ενός ορίου αντοχής του συστήματος και ασφαλείας του κράτους. Το όριο αυτό κυμαίνεται αλλού στο δύο τοις εκατόν (2%), αλλού στο τρία τοις εκατόν  (3%) του πληθυσμού (Ολλανδία, Ιταλία), αλλά πάντως πουθενά και σε καμμία σοβαρή δυτική χώρα, που σέβεται τον εαυτόν της και τους πολίτες της και δεν υποθηκεύει το εθνικό και πολιτικό μέλλον της, δεν υπερβαίνει το 10%, όπως ήδη από ετών συμβαίνει εν Ελλάδι, όπου η Μετανάστευση έχει ήδη υπερβεί το 15% και ενδεχομένως και το 20%! Η διατήρηση του μεταναστευτικού στοιχείου σε ένα σαφώς καθορισμένο και απολύτως εύλογο ποσοστό δεν προξενεί σοβαρά προβλήματα στην χώρα υποδοχής, μειώνει την εκδήλωση εθνοπολιτισμικών τριβών και εντάσεων, βοηθά στην ομαλή και απρόσκοπτη ενσωμάτωση των ιδίων των μεταναστών και  μεγιστοποιεί το όφελος για την οικονομία και την κοινωνία εν γένει, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του δημογραφικού ελλείμματος και, τελικώς, στην ιστορική συνέχεια ενός λαού, μέλη του οποίου καθίστανται, στο διάβα του χρόνου, και οι γόνοι των επήλυδων.
Αυτό άλλωστε συνέβαινε, εν πολλοίς, παλαιόθεν στις ανθρώπινες κοινωνίες εν γένει – και στην διαδρομή του Ελληνικού Έθνους ειδικώτερα.  Άλλο πράγμα, όμως, αυτό, και εντελώς άλλο η βίαιη, ραγδαία και ριζική μεταβολή της εθνολογικής υποστάσεως  μιας χώρας δια της εισβολής συμπαγών μαζών ξένων. Αυτό επίσης συνέβαινε παλαιόθεν, και οδηγούσε πάντοτε  –  από την ύστερη Ρώμη έως το Κοσσυφοπέδιο του ’90  –  με μαθηματική ακρίβεια σε εθνοφυλετικές, εθνοθρησκευτικές και εν γένει εθνοπολιτισμικές διενέξεις καθώς και στην κατάλυση κρατών και κοινωνιών.

Στην πραγματικότητα, σήμερα αντιμετωπίζουμε άμεση και ορατή απειλή ολικής αλλοιώσεως της εθνολογικής συνθέσεως της χώρας και της εθνοπολιτισμικής υποστάσεως και ιδιοπροσωπίας του Ελληνικού Λαού,  ισοδυναμούσα με εθνοκτονία ή εθνοκάθαρση χαμηλής εντάσεως ( προς το παρόν). Τούτο οφείλει να είναι απολύτως σαφές στην υπεύθυνη πολιτική τάξη αλλά και στους αρμοδίους των ποικίλων Οργάνων της Διοικήσεως, των συμβουλευτικών Ινστιτούτων και των ΜΜΕ. Πλάνες, ψευδαισθήσεις, ιδεοληψίες ή υπεκφυγές δεν συγχωρούνται εν προκειμένω.

Ιδιαζόντως ύποπτη, εξ άλλου, είναι η ένταση και έκταση των διεξαγομένων επί σειράν ετών Ψυχολογικών Επιχειρήσεων, δαπάναις πλείστων όσων ξένων και ημεδαπών κέντρων, καθώς και ο συνακόλουθος ανηλεής βομβαρδισμός προπαγάνδας που υφίσταται ο Λαός, επί του ζητήματος, από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ και των Ιδεολογικών Μηχανισμών της κοινωνίας, που ελέγχονται, φευ, καθ’ ολοκληρίαν από την γνωστή και σεσημασμένη πανίσχυρη μειονοψηφία των εξτρεμιστών του Ολοκληρωτικού Μετα-Εθνικού Προοδευτισμού (ισχνή μεν μειονοψηφία στον λαό, της τάξεως του 2%,  πλην όμως πανίσχυρη πλειονοψηφία στα ΜΜΕ, τα πανεπιστήμια και τα παιδαγωγικά ινστιτούτα).
Για τον λόγο αυτό, προφανώς, επιχειρείται και η λεγόμενη μη ελληνοκεντρική και μετα-εθνικά δομημένη κατασκευή της Ιστορίας, με ανοικτά και θρασύτατα ομολογημένη και διακεκηρυγμένη την πρόθεσηκατεδαφίσεως του «παρωχημένου», τάχα, «παπαρρηγοπούλειου σχήματος» της συνέχειας του Ελληνισμού:

  1. με έμφαση στην αμφισβήτηση της υπάρξεως μιας ελληνικής εθνικής ταυτότητας, συνέχειας και ιστορίας,
  2. με εμμονή στην ανάδειξη τοπικών, επιμέρους «ταυτοτήτων», αντί της «ανύπαρκτης», υποτίθεται, και «φαντασιακά κατασκευασμένης» εθνικής,
  3. με  πλήρη αποσιώπηση ή αποφλοίωση  κρισίμων φάσεων και γεγονότων της εθνικής μας Ιστορίας (όπως οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων, η καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού, το Έπος του 1940-41 ή το Έπος της ΕΟΚΑ, 1955-59),
  4. με γκαιμπελικού τύπου διαστρέβλωση και παραχάραξη άλλων κρισίμων περιόδων και γεγονότων, με εξιδανίκευση της «πολυπολιτισμικής» Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εξωραϊσμό του γενιτσαρισμού και του παιδομαζώματος ως «πρακτικής κοινωνικής ανέλιξης» κ.λ.π.  

Άραγε, το πάλαι ποτέ αρχοντικόν γένος των Ελλήνων βάλθηκε να επαληθεύσει την ισχύν του ρηθέντος, ότι «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι»;  Ίδωμεν.

Περί του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών ως απειλής για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια πρβλ. Friesendorf, Cornelius, Der internationale Drogenhandel als sicherheitspolitisches Risiko, Forschungsberichte Internationale Politik, τόμος 27, Muenster, 2001.

Πρβλ. FAZ, 24/11/2004.

Όρα Brimelow, Peter, «Alien Nation. Common Sense About America’s Immigration Disaster», NY 1995/1996, σελ. 202 κ. εξ., ιδίως σελ. 210.

Luhmann, N., Art. Gesellschaft (4) und Wienold, H., Art. Gesellschaft (5,6) εις: Fuchs, W. et al. (Hrsg.), «Lexikon zur Soziologie», Opladen 1988, σ. 268 κ.εξ.

Gehlen, Arnold, «Der Mensch», Bonn 1958, σ. 39 κ.εξ. και 85 κ.εξ.

Περί της κρατούσης ιδεολογικής τρομοκρατίας όρα Finkielkraut, Alain, «Register au discours de la denonciation», Le Journal Du Sida, Avril 1995.

Hofstatter, P.R., «Einfuhrung in die Sozialpsychologie», Stuttgart 1959, σ. 92.

Πρβλ. Brimelow, «Alien Nation».

Όρ. ανωτ., σελ. 17 κ. εξ.

Paine, Thomas, Common Sense, The Rights of Man, and Other Essential Writings of Thomas Paine, NY 1984, σελ. 39 κ. εξ.

Πρβλ. Brimelow, σελ. 14-16 και 141.

Πρβλ. Mercer, Ilana, «The Problem With Immigration», «Return To Reason», World Net Daily, 6/2/2002.

Πρβλ. Huntington, Samuel P., «Who Are We? The Crisis of American Indentity».

Conway, David, «In Defence of the Realm. The Place of Nations in Classical Liberalism».

Για το ακριβές περιεχόμενο του Διατάγματος όρα «Decrets, arretes, circulaires. Textes generaux. Ministere de l’ Interieur et de l’ Amenagement du Territoire. Rapport au Premier ministre relatif au decret no 2005-1387 du 8 novembre 2005 relatif a l’ application de la loi no 55-385 du 3 avril 1955».

Παράβαλε  De Borchgrave, Arnaud, «Commentary: European Disaster Zone», United Press International, 10/11/2005.

Πρβλ. ανωτέρω.

UPI, «France to Extend State of Emergency», 14/11/2005.

Ο ενταύθα παρατιθέμενος πρώτος απολογισμός απωλειών και ζημιών βασίζεται σε στοιχεία δημοσιευθέντα στον Γερμανικό Τύπο της 10ης και 11ης Νοεμβρίου τρέχ. έτους.

Πρβλ. Lattas, ένθ. ανωτ.

Αξιοσημείωτη η κολοσσιαία διαφορά και περιεχομένου και ύφους προς όσα συμβαίνουν και λέγονται εν Ελλάδι.  Ο «Μεταναστευτικός Νόμος», σε δύο τουλάχιστον κρίσιμα σημεία, ορίζει ακριβώς τα αντίθετα των όσων επιτακτικώς απαιτούν οι σημερινές εξελίξεις: πρώτον, νομιμοποιεί εκ των υστέρων, για τρίτη φορά, την διάπραξη του αδικήματος της παρανόμου εισόδου στην χώρα μας, αποστέλλοντας έτσι – εξ αντικειμένου – το ευκρινές μήνυμα προς τους οργανωτές του Διεθνικού Δουλεμπορίου ότι, θάττον ή βράδιον, η λαθρομετανάστευση εν Ελλάδι νομιμοποιείται, γεγονός που, κατά σωρευμένη εμπειρία των Δυτικών Κρατών και ιδικήν μας, δίδει το πράσινο φως για την εισβολή και νέας, τετάρτης, στρατιάς λαθρο-μεταναστών, και, δεύτερον, υιοθετώντας το μοιραίο, όπως είδαμε, κριτήριο της οικογενειακής επανενώσεως οδηγεί στον θεαματικό πολλαπλασιασμό του ήδη δυσαναλόγως υψηλού για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας μας ποσοστού αλλοδαπών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εθνολογική και κοινωνική συνοχή και την εθνική ασφάλεια, μακροπροθέσμως.

The Guardian, 10/11/2005.

Πρβλ. Taguieff, P.-A., «La force du prejuge – Essai sur le racisme et ses doubles», Paris 1987.

Συνέντευξη του Peter Scholl-Latour: Schwarz, Moritz, «Dann gibt es bei uns bosnische Verhaltnisse», JF, 17./24. Dezember 2004.

Συνέντευξη Fritz Bolkestein στην «FRANKFURTER  ALLGEMEINE  ZEITUNG», φ. της 15/12/2004.

Όρ. ανωτ.

Όρ. ανωτ.

Για μία ψύχραιμη και απομυθοποιημένη προσέγγιση των αληθών οικονομικών συνεπειών της μαζικής μεταναστεύσεως πρβλ. Brimelow, ένθ. ανωτ., σελ. 138 κ.εξ.

Για τον όρο «γεωπολιτισμικός» παραπέμπω στον εξέχοντα Γερμανό συγγραφέα Heinz Brill. Οφείλω να υπενθυμίσω, για λόγους δεοντολογίας, ότι τον – εν πολλοίς άγνωστο παρ’ ημίν – όρο εισήγαγε στην ελληνική επιστημονική κοινότητα ο Καθηγητής Γεωπολιτικής Ιωάννης Μάζης).

Η εισήγηση της κας Λώρας Παπαντωνίου

Μετανάστευση – λαθρομετανάστευση και δημόσια υγεία:
το παράδειγμα του HIV/AIDS


IMG_0033Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη δημόσια υγεία σε όλες τις εποχές υπήρξαν οι μετακινήσεις πληθυσμού. Μερικά από τα κλασσικά παραδείγματα που συνέβησαν σε ιστορικούς χρόνους είναι και τα πιο κάτω:

  • Το 430 π.Χ. ενώ η Αθήνα βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας από τους Σπαρτιάτες ξέσπασε μια φονική επιδημία που μεταδόθηκε από το πλήρωμα πλοίου που είχε αγκυροβολήσει στον Πειραιά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό και την ήττα των Αθηναίων, καθώς και τον τερματισμό του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους.
  • Ακολουθώντας τα καραβάνια κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού και τις ορδές εισβολέων από τα βάθη της Ανατολής, φονικές επιδημίες πανώλους και άλλων μεταδοτικών ασθενειών σάρωναν την Ευρώπη και τις υπόλοιπες ηπείρους σε διαδοχικά κύματα για πολλούς αιώνες.
  • Οι Ευρωπαίοι κατακτητές μπόρεσαν να καταβάλουν τους γηγενείς πληθυσμούς των μετέπειτα αποικιών τους με τη δύναμη των όπλων, αλλά και των μικροβίων που έφερναν μαζί τους, εφόσον οι γηγενείς πληθυσμοί ζούσαν κυρίως σε μικρές αριθμητικά ομάδες όπου δεν ήταν δυνατό να διατηρούνται μικρόβια σε ενδημική κατάσταση  ώστε να τους παρέχουν την απαραίτητη ανοσία.
  • Η πανδημία του HIV/AIDS ξεκίνησε από απομονωμένες αγροτικές κοινότητες της Αφρικής για να διαδοθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα κατά μήκος των νέων οδικών αρτηριών που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1950. Στη συνέχεια διαδόθηκε στον υπόλοιπο κόσμο κατά τη δεκαετία του 1960, όταν σημειώθηκε μια κατακόρυφη αύξηση στις μετακινήσεις ατόμων, για σκοπούς αναψυχής, εργασίας ή αποφυγής συρράξεων και πολιτικής αστάθειας.
  • Πρόσφατες επιδημίες όπως πχ το SARS κρατούν την Ανθρωπότητα σε εγρήγορση για να προληφθεί η εξάπλωση τους σε όλο τον πλανήτη.
  • Διάφοροι αιμορραγικοί πυρετοί που ενδημούν σε χώρες κυρίως του Τρίτου Κόσμου, εκδηλώνονται περιοδικά σε χώρες της Ευρώπης ή της Βόρειας Αμερικής. Συνήθως τα περιστατικά αυτά συνδέονται με άτομο που είχε προσβληθεί από την ασθένεια στη χώρα του και ξεκίνησε το αεροπορικό του ταξίδι φαινομενικά υγιές, για να εκδηλώσει τα πρώτα συμπτώματα κατά την άφιξη στον προορισμό του.

Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα και αποτελούν τον κανόνα παρά την εξαίρεση, εφόσον οι μεγάλες επιδημίες και πανδημίες συνόδεψαν  την Ανθρωπότητα σε κάθε της βήμα, διαμορφώνοντας την πορεία της ιστορίας και τα παγκόσμια κοινωνικά δεδομένα όπως σήμερα τα γνωρίζουμε.

Η μετανάστευση αποτελεί μια από τις βασικές μορφές μετακίνησης πληθυσμών. Τα αίτια της μετανάστευσης είναι κυρίως οικονομικά ή πολιτικά. Οι μετανάστες είναι κυρίως άτομα που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και κατ΄ επέκταση ευάλωτα σε διάφορες μεταδοτικές ασθένειες. Συχνά, επίσης, η μετανάστευση συνδέεται με περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς, εμπορίας προσώπων ή διακίνησης ναρκωτικών.
Κάτω από κανονικές συνθήκες, η ελεγχόμενη μετανάστευση επιτρέπει την ενσωμάτωση των μεταναστών και την ομαλή τους ένταξη στο κοινωνικό σύνολο της χώρας που τους φιλοξενεί, ώστε να υιοθετήσουν σταδιακά το προφίλ της υγείας του ντόπιου πληθυσμού. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η μετανάστευση Κυπρίων σε πρόσφατες δεκαετίες στη Μεγάλη Βρετανία και άλλες δυτικές χώρες, όπου σήμερα ζουν πλήρως ενταγμένοι στο κοινωνικό σύνολο οι απόγονοί τους δεύτερης και τρίτης γενιάς. Η ομαλή ενσωμάτωση μπορεί να εμποδιστεί από πολιτικούς, θρησκευτικούς ή πολιτισμικούς λόγους με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διάφορα προβλήματα τόσο στο προφίλ της υγείας του ντόπιου πληθυσμού, όσο και στο γενικότερο κοινωνικό προφίλ της φιλοξενούσας χώρας, κυρίως με τη μορφή βίαιων επεισοδίων ή αύξηση της εγκληματικότητας. Μπορεί επίσης να εμποδιστεί από τη μαζική μετανάστευση μεγάλου αριθμού ατόμων που δεν είναι δυνατό να αφομοιωθούν στο κοινωνικό σύνολο. Οι ίδιοι οι μετανάστες, αδυνατούν να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα της κοινωνίας που τους φιλοξενεί, εφόσον ζουν απομονωμένοι, στερούμενοι συχνά κοινωνικών παροχών και στοιχειώδους φροντίδας για την υγεία τους.
Οι διεθνείς οργανισμοί και οι κυβερνήσεις των δυτικών χωρών αναγνωρίζουν αυτά τα δεδομένα και προωθούν στρατηγικές διαχείρισης και αντιμετώπισης του μεγάλου κεφαλαίου που ονομάζεται «Μετανάστευση και Δημόσια Υγεία». Κύριο στοιχείο στις στρατηγικές αυτές αποτελεί, και δικαιολογημένα, η προστασία των μεταναστών και η διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Παραδόξως, όμως, δεν παρατηρείται πάντοτε η ίδια έγνοια και για τα δικαιώματα των πληθυσμών που τους φιλοξενούν, παρά το γεγονός ότι αυταπόδεικτα κάθε δυτική χώρα έχει ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα τόσο στον κοινωνικό τομέα, όσο και στον τομέα της δημόσιας υγείας.
Παραμένοντας σε αυτό τον τελευταίο τομέα που αποτελεί και το αντικείμενό μας, θα πρέπει να πούμε πως η Ευρώπη, που είναι πλέον και η ευρύτερή μας περιοχή, έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό σε ότι αφορά τη συχνότητα λοιμωδών νοσημάτων, καθώς και στο δύσκολο τομέα της διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών. Επικρατεί έντονος προβληματισμός για τις νέες αυτές απειλές στη δημόσια υγεία και μελετούνται τρόποι για την αντιμετώπισή τους. Ένας από τους βασικούς παράγοντες αύξησης των ποσοστών της HIV λοίμωξηςκαι της φυματίωσης, θεωρείται εδώ και αρκετά χρόνια η μετανάστευση από χώρες με ψηλά ποσοστά αυτών των ασθενειών. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι πολλοί αλλοδαποί είναι φορείς φυματίωσης πολυανθεκτικής στα διαθέσιμα αντιβιοτικά.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ένας τρόπος για να προστατευτεί η δημόσια υγεία είναι η σωστή ενσωμάτωση των μεταναστών στο κοινωνικό σύνολο και η παροχή σε αυτούς πλήρους ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, ώστε να εντοπίζονται ή/και να προλαμβάνονται τα οποιαδήποτε προβλήματα. Για την όσο το δυνατό πιο σωστή προσέγγιση στο θέμα αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα προβλήματα των μεταναστών που έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη δική τους ευημερία και την ευημερία του κοινωνικού συνόλου – θα πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζονται σωστά και τα γενικότερα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, όπως μη μεταδοτικά νοσήματα, ψυχική υγεία και άλλα. Θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται τα οποιαδήποτε προβλήματα που ενδεχομένως σχετίζονται με εκμετάλλευση και κακοποίηση, τόσο σωματική, ψυχική ή σεξουαλική.
Όμως, για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχει και η χώρα που τους φιλοξενεί τις πρακτικές δυνατότητες να το υλοποιήσει. Χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία συναντούν μεγάλες δυσκολίες για να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους μετανάστες, κυρίως λόγω της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και της λαθρομετανάστευσης. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι κατ΄αναλογία πληθυσμού, οι χώρες αυτές φιλοξενούν λιγότερους και από τους μισούς μετανάστες/λαθρομετανάστες από ότι η χώρα μας.
Τι γίνεται, λοιπόν, με τη δημόσια υγεία στην Κύπρο σε σχέση με τους μετανάστες; Η  πρόσφατη έξαρση της λαθρομετανάστευσης, κυρίως διαμέσου της γραμμής διαχωρισμού του νησιού, προκαλεί δικαιολογημένες ανησυχίες ότι τα προβλήματα που έχουν αρχίσει να καταγράφονται θα επιδεινωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Οι οποιεσδήποτε επιπτώσες δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί και τα διαθέσιμα στοιχεία είναι λίγα. Ειδικές έρευνες δεν έχουν γίνει και τα μόνα δεδομένα προέρχονται από τομείς όπου τηρούνται συστηματικά στατιστικά στοιχεία, όπως ο τομέας του HIV/AIDS.
Τα πιο αξιόπιστα στοιχεία προέρχονται από τον τομέα των λοιμωδών νοσημάτων, λόγω της ύπαρξης προγραμμάτων συστηματικής επιδημιολογικής καταγραφής και επιτήρησής τους.
Τα πιο συμπληρωμένα στοιχεία προέρχονται από τον τομέα του HIV/AIDS. Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια είχε διαφανεί πως το ποσοστό των αλλοδαπών ανάμεσα στα HIV οροθετικά άτομα που διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο παρουσίαζε κάθετη άνοδο.
Παρόμοιες αλλαγές καταγράφονται και σε σχέση με άλλες μεταδοτικές ασθένειες.

Η ετήσια συχνότητα νέων περιστατικών φυματίωσης έχει παραμείνει σταθερή τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Την ίδια περίοδο καταγράφτηκε μια κάθετη άνοδος του ποσοστού των αλλοδαπών στο σύνολο των διαγνωσθέντων περιστατικών. Ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος είναι η εισαγωγή στην Κύπρο περιστατικών φυματίωσης ανθεκτικής στα διαθέσιμα αντιβιοτικά.
Οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν αύξηση των περιστατικών ηπατίτιδας Β και C που οφείλεται στο μεγαλύτερο βαθμό σε αλλοδαπούς. Στην Κύπρο εφαρμόζεται από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 γενικό σχέδιο εμβολιασμού των παιδιών κατά της ηπατίτιδας Β. Το ποσοστό κάλυψης είχε αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας επίπεδα  που πλησιάζουν το 100%.  Η δημιουργία κλειστών ομάδων πληθυσμού όπου οι αρχές δεν έχουν εύκολη πρόσβαση δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ότι πολλά παιδιά ίσως παραμένουν χωρίς την απαιτούμενη κάλυψη, με αποτέλεσμα να διατρέχουν τα ίδια και ο περίγυρός τους τον κίνδυνο προσβολής με ηπατίτιδα Β. Η αύξηση των περιστατικών ηπατίτιδας Β θα επιφέρει σοβαρή επιβάρυνση στους προϋπολογισμούς της υγείας, λόγω του μεγάλου κόστους που συνυπάγεται η θεραπεία της. Σε ότι αφορά την ηπατίτιδα C, ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και τους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι ακόμη μεγαλύτερος, εφόσον δεν υπάρχει για την ώρα το κατάλληλο εμβόλιο.
Ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα, ίσως το σοβαρότερο σήμερα στην Κύπρο, με επιπτώσεις ολέθριες για τη δημόσια υγεία, είναι η αυξανόμενη διακίνηση και χρήση ναρκωτικών. Η μαζική εισροή παράνομων εποίκων αποτελεί ένα από τους βασικούς παράγοντες διατήρησης και επιδείνωσης του προβλήματος των ναρκωτικών που μεταφέρονται μαζικά και συστηματικά από την Τουρκία στα κατεχόμενα. Η ανοικτή πληγή της διαχωριστικής γραμμής κατοχής αποτελεί μια πύλη εισόδου των ναρκωτικών και προς τις ελεύθερες περιοχές. Λαθρομετανάστες από άλλες χώρες που βρίσκονται στα κατεχόμενα γίνονται εύκολη λεία των εμπόρων ναρκωτικών, λόγω της ευάλωτης θέσης στην οποία βρίσκονται, με αποτέλεσμα να γίνονται οι ίδιοι χρήστες και βαποράκια προς τις ελεύθερες περιοχές. Ακριβή και αξιόπιστα στοιχεία αναφορικά με τις κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις των ναρκωτικών δεν υπάρχουν, όμως πρόκειται για ένα πρόβλημα που δικαιολογημένα μπορεί να θεωρηθεί πως αποτελεί την υπ΄ αριθμό ένα απειλή για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια και για την κοινωνική σταθερότητα στον τόπο μας.
Σε ότι αφορά στις μη μεταδοτικές ασθένειες όπως ό καρκίνος, ο διαβήτης, οι καρδιοπάθειες, οι ψυχικές παθήσεις, πολύ λίγα γνωρίζουμε σε σχέση με την προέλευση των περιστατικών, επειδή για τις περισσότερες δεν υπάρχουν συστήματα καταγραφής αντίστοιχα με αυτά που λειτουργούν για τα τα λοιμώδη, ή αν υπάρχουν, όπως στην περίπτωση του καρκίνου, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, πόσα περιστατικά καρκίνου έχουν καταγραφεί ανάμεσα σε μετανάστες ή λαθρομετανάστες κατά τα τελευταία χρόνια. Αυτό που θα πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτο είναι πως από τη στιγμή που τα άτομα αυτά ζουν στην Κύπρο τέτοια περιστατικά θα υπάρξουν και η επιβάρυνση των δημοσίων ταμείων θα είναι η ανάλογη, αν και δεν είναι δυνατόν ακόμη να εκτιμηθεί.
Παίρνοντας την περίπτωση του HIV/AIDS ως παράδειγμα, μπορούμε να έχουμε μια προκαταρκτική εικόνα για το πώς θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα πράγματα, εφόσον το σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης στον τομέα αυτό είναι αρκετά πλήρες.
Από την αρχή της τήρησης επιδημιολογικών δεδομένων για το HIVAIDS, το 1986, καταγράφονταν στοιχεία για την εθνικότητα των διαγνωσθέντων ατόμων και κατά πόσον ήταν μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου ή εξωτερικού. Με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η επιδημιολογική επιτήρηση του HIV/AIDS προσαρμόστηκε στους τρόπους δήλωσης των Ευρωπαϊκών κέντρων επιδημιολογικής επιτήρησης. Μια βασική προσαρμογή ήταν η συμπερίληψη στα στοιχεία που συλλέγονταν περισσότερων λεπτομερειών για κάθε περιστατικό ως προς την  προέλευσή του και συγκεκριμένα κατά πόσον προέρχεται από περιοχή με γενικευμένη επιδημία του HIV/AIDS ή αν είχε επαφή με άτομο προερχόμενο από τέτοια περιοχή.
Από ότι φαίνεται, λοιπόν, η ενασχόλιση με τον τόπο προέλεσης περιστατικών HIV/AIDS ή άλλων λοιμωδών νοσημάτων δεν είναι επινόηση δική μας, ούτε προέρχεται από κάποιες δικές μας τάσεις ρατσισμού ή ξενοφοβίας. Η καταγραφή αυτών των στοιχείων είναι απόλυτα δικαιολογημένη, με τον ίδιο τρόπο που είναι δικαιολογημένη η καταγραφή άλλων δημογραφικών στοιχείων ή του τρόπου προσβολής ενός ατόμου από τον ιό. Δεν μπορεί να γίνει μια σωστή αξιολόγηση της επιδημιολογικής κατάστασης και της εξέλιξής της χωρίς τα στοιχεία αυτά.
Παρ΄ όλα αυτά, όταν εμείς στην Κύπρο μιλούμε για τις αλλαγές στο δημογραφικό χαρακτήρα μιας επιδημίας δεχόμαστε τις επικρίσεις των διεθνών οργανισμών για την υγεία και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με το πρόσχημα πως τέτοιου είδους δηλώσεις είναι ρατσιστικές και παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των ατόμων με HIV/AIDS και των μεταναστών.
Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ότι τα τελευταία τέσσερα περίπου χρόνια παρατηρήθηκε κάθετη άνοδος στο ποσοστό των αλλοδαπών ανάμεσα στα άτομα με HIV/AIDS που διαμένουν στην Κύπρο.
Επίσης, μια ελαφρά ανοδική τάση στην ετήσια συχνότητα των περιστατικών HIV/AIDS οφείλεται μερικώς στον επαναπατρισμό Κυπρίων οροθετικών, κυρίως, όμως, στην άφιξη αλλοδαπών που ζητούν άδεια παραμονής.
papant_clip_image002

papant_clip_image004

Το γεγονός αυτό καταγράφτηκε στα επιδημιολογικά δελτία και τις εκθέσεις, επειδή θεωρήθηκε ότι αποτελούσε μια δυνατή ένδειξη για την πιθανότητα σταδιακής αλλαγής της πορείας της επιδημίας και της κάθετης ανόδου της δαπάνης για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μέσα στα επόμενα χρόνια. Υπήρξε άμεση αντίδραση από μέρους της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες που διαμαρτυρήθηκε ότι επρόκειτο για ρατσιστική αντιμετώπιση και στιγματισμό των αιτητών ασύλου. Ως απάντηση στον ισχυρισμό αυτό δόθηκαν από μέρους μας στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι τόσον ή Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και η Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφουν τέτοια στοιχεία σε βάση ρουτίνας. Τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη τα καταγράφουν στις επίσημες εκθέσεις τους που ετοιμάζονται από το αρμόδιο πρόγραμμα που είναι το UNAIDS. Τονίστηκε, επίσης, πως η καταγραφή των περιστατικών HIV/AIDS για σκοπούς επιδημιολογικής επιτήρησης γίνεται πάντοτε ανώνυμα, χωρίς η ταυτότητά τους να είναι γνωστή στα άτομα που τα καταγράφουν και τα επεξεργάζονται. Οι δηλώσεις αφορούν το σύνολο των περιστατικών και όχι άτομα.
Ένα άλλο στοιχείο σταδιακής αλλαγής της εικόνας της επιδημίας του HIV/AIDS στην Κύπρο που σχετίζεται άμεσα με την άφιξη και εγκατάσταση οροθετικών ατόμων προερχομένων από χώρες με γενικευμένη επιδημία είναι και το γεγονός ότι αυξάνεται σταθερά ο αριθμός των οροθετικών γυναικών σε σχέση με αυτό των αντρών. Μέχρι πρόσφατα αναλογούσαν 6 άντρες για 1 γυναίκα οροθετική στην Κύπρο, όπως και στις πλείστες Ευρωπαϊκές χώρες. Τα τελευταία χρόνια η αναλογία έχει πέσει στους 4 άντρες για κάθε γυναίκα. Στους οροθετικούς Κύπριους μόνιμους κατοίκους η αναλογία παραμένει 6 προς μία και στους αλλοδαπούς είναι ένας προς μία, όπως είναι και στις χώρες προέλευσής τους. Θα πρέπει να τονιστεί πως μια χαμηλή αναλογία φύλου θεωρείται αρνητικό στοιχείο επειδή υποδηλώνει ότι η επιδημία έχει επηρεάσει πλέον το γενικό πληθυσμό, τις γυναίκες και τα παιδιά.
Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι ανάμεσα στις επτά εγκύους οροθετικές γυναίκες που εντοπίστηκαν τα τελευταία χρόνια κατά τον προγεννητικό έλεγχο ρουτίνας  οι έξι είναι αλλοδαπές, κυρίως από χώρες της Υπο Σαχάρειας Αφρικής.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία πως η εικόνα της επιδημίας αλλοιώνεται σταδιακά λόγω της άφιξης και εγκατάστασης οροθετικών ατόμων από χώρες όπου επικρατεί γενικευμένη επιδημία του HIV/AIDS.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, η άφιξη ατόμων από τις περιοχές αυτές ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την πρόσφατη αύξηση των κρουσμάτων HIV/AIDS. Η διάγνωση αυτών των περιστατικών τείνει να γίνεται σε πιο προχωρημένο στάδιο παρά ότι τα περιστατικά ανάμεσα στους ντόπιους κατοίκους και για το λόγο αυτό έχουν μικρότερα περιθώρια επιβίωσης. Θα ήταν λογικό να υπολογίσουμε πως παρόμοιες τάσεις θα παρατηρηθούν σύντομα και στην Κύπρο, με το ανάλογο κόστος για τη δημόσια υγεία και τα ταμεία του Κράτους.
Η Κύπρος έχει δεσμευτεί να παράσχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και άλλα κοινωνικά οφελήματα σε μετανάστες, νόμιμους και παράνομους. Αυτό προκύπτει και μέσα από τις στοιχειώδεις αρχές για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο τρόπος παροχής αυτών των οφελημάτων στον τομέα της υγείας δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Στην Κύπρο βρισκόμαστε και σε αυτό τον τομέα, όπως και σε πολλούς άλλους, σε μια μεταβατική φάση, με κυριότερο θέμα αυτό της επικείμενης εισαγωγής ενός Γενικού Σχεδίους Υγείας. Ο τρόπος χρηματοδότησης του Σχεδίου μελετάται και δεν είναι ακόμη καθορισμένο το ύψος της εισφοράς που θα κληθεί να καταβάλλει ο πολίτης.
Δεν έχει, επίσης, καθοριστεί κατά πόσον η περίθαλψη των αλλοδαπών θα καλύπτεται από το Γενικό Σχέδιο Υγείας. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι θα καλύπτονται μόνο αυτοί που εργάζονται νόμιμα και συνεισφέρουν στο Σχέδιο.
Με τους υπόλοιπους τι θα γίνει; Αν ένας παράνομος μετανάστης αρρωστήσει θα πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το Κράτος, το κοινωνικό σύνολο, να του παράσχει στήριξη και θεραπεία. Δεν είναι δυνατόν να παραμείνει η κοινωνία απαθής μπροστά στην αρρώστια ή το θάνατο, έστω και αν το άτομο που επηρεάζεται ήταν μέχρι πρόσφατα ένας παράνομος μετανάστης άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Πώς θα καλυφθούν τα έξοδα για το σκοπό αυτό;
Τα ενδεχόμενα αυτά κάθε άλλο παρά αποκακρυσμένα είναι. Αντίθετα, τα βιώνουμε ήδη, σε αρκετές περιπτώσεις με έντονο τρόπο, αφού συχνά ο τρόπος με τον οποίο αναδύεται το πρόβλημα στην επιφάνεια είναι όταν το άτομο πεθάνει. Είχαμε πρόσφατα περιστατικά θανάτων όπου δεν υπήρχαν οι αναγκαίοι μηχανισμοί και οι τρόποι χρηματοδότησης ταφής ή επαναπατρισμού των σορών. Ενόσω θα αυξάνονται τα περιστατικά, μάλλον θα μειώνονται οι φιλάνθρωποι που θα αναλαμβάνουν τα έξοδα. Αναμφίβολα, εκτός από θανάτους, σύντομα θα έχουμε και σοβαρά περιστατικά που θα χρήζουν άμεσης φροντίδας. Για τις μεταδοτικές ασθένειες υπάρχει πρόνοια με βάση το νόμο για την προστασία της δημόσιας υγείας, που επιβάλλει την παροχή δωρεάν εξετάσεων και περίθαλψης σε οποιοδήποτε άτομο βρίσκεται στην Κυπριακή επικράτεια αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Για τις χρόνιες παθήσεις δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο.
Αλλά και για τους νόμιμους μετανάστες, πώς θα καλύπτεται η ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, στην περίπτωση που αποφασιστεί ότι αυτή δεν θα καλύπτεται από το Γενικό Σχέδιο Υγείας; Τα έξοδα αυτά πώς θα καλυφθούν και ποιανού η τσέπη θα επιβαρυνθεί περισσότερο; Αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα αυτά και θα πρέπει να βρεθούν τα αναγκαία κονδύλια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε τα έξοδα θα καλυφθούν με βάση το νόμο για την προστασία της δημόσιας υγείας, είτε από κάποια άλλη πηγή.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: μέχρι πού φθάνουν οι δυνατότητες ενός Κράτους; Όταν μιλούμε για ένα μικρό Κράτος όπως η Κύπρος που επιπλέον περνά μια από τις δυσκολότερες φάσεις στην ιστορία του, εφόσον διακυβεύεται μέχρι και η ίδιά του η επιβίωση, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα: Είμαστε σε θέση να σηκώσουμε το βάρος της ανεξέλεγκτης εισροής μεταναστών; Τα πρόσθετα κονδύλια πρέπει να βρεθούν από κάπου και το βασικό ερώτημα είναι: Πόσο θα επηρεαστεί ο μέσος φορολογούμενος που χωρίς αμφιβολία θα κληθεί να καλύψει τα έξοδα;
Ο τομέας του HIV/AIDS παρέχει πολλές δυνατότητες για μια προκαταρκτική αξιολόγηση των πιθανών σεναρίων που θα προκύψουν, επειδή, εκτός από το γεγονός που έχουμε αναφέρει ότι τηρούνται λεπτομερή επιδημιολογικά στοιχεία, στον τομέα αυτό διαθέτουμε και ένα από τα λίγα μετρήσιμα στοιχεία, που είναι αυτό των αντιρετροϊκών φαρμάκων. Επειδή αυτά τα φάρμακα αγοράζονται μόνο για τα άτομα με HIV λοίμωξη και AIDS μπορούμε να παρακολουθούμε τις τάσεις στο κόστος θεραπείας. Τα φάρμακα αυτά είναι εξαιρετικά ακριβά και κάθε χρόνο δαπανούνται εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για το σκοπό αυτό. Ενδεικτικά αναφέρω πως:

  • Το 2005 δαπανήθηκαν €820.000
  • Το 2006 €1.065.000
  • Το 2007 €1.235.000
  • Και το 2008 μέχρι το τέλος του Οκτώβρη, €1.300.000.

Μπορούμε να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση το κατά κεφαλή κόστος των αντιρετροϊκών φαρμάκων, εφόσον ο αριθμός των ατόμων που είναι ανά πάσα στιγμή σε θεραπεία δεν είναι σταθερός. Τα άτομα αυτά είναι περίπου 180 και με βάση τα δεδομένα του 2007 το κατά κεφαλή κόστος είναι κατά προσέγγιση €7.000 – και αυτό μόνο για τα αντιρετροϊκά φάρμακα. Πέραν αυτών των κόστων, υπάρχουν κόστη άλλων φαρμάκων εκτός των αντιρετροϊκών, κόστη νοσηλείας και φροντίδας, που απαιτούν στελέχωση και εξοπλισμό κλινικής, κόστη κοινωνικής στήριξης, επειδή τα άτομα αυτά λαμβάνουν βοηθήματα από το Κράτος, και τέλος κόστη παρακολούθησης, επειδή πρέπει να υποβάλλονται σε συστηματικές ιατρικές εξετάσεις για να καθοριστεί πότε θα αρχίσουν να υποβάλλονται σε αντιρετροϊκή θεραπεία ή, αν ήδη παίρνουν τη θεραπεία, να αξιολογείται η αποτελεσματικότητα της και οι ενδείξεις για συνέχιση του συγκεκριμένου φαρμακευτικού σχήματος ή τροποποίησή του.
Ανάμεσα στα άτομα που υποβάλλονται σε αντιρετροϊκή θεραπεία οι αλλοδαποί είναι ακόμη ελάχιστοι. Πολλά άτομα που είναι αιτητές ασύλου βρίσκονται προς το παρόν σε στάδιο όπου δεν χρειάζονται αντιρετροϊκή θεραπεία. Τα άτομα που θα παραμείνουν στην Κύπρο γνωρίζουμε, με μαθηματική βεβαιότητα, πως σε κάποιο στάδιο θα πρέπει να αρχίσουν να λαμβάνουν τα φάρμακα.
Τα ερώτημα είναι πόσα θα είναι τα άτομα αυτά: Δέκα; Εκατό; Χίλια; αυτό δεν το γνωρίζουμε, αλλά σίγουρα θα υπάρξουν αυξημένες δαπάνες που θα πρέπει να είμαστε σε θέση να καλύψουμε και θα πρέπει από τώρα να εξευρεθούν τρόποι διασφάλισης των απαραίτητων κονδυλίων, τόσο για τα αντιρετροϊκά φάρμακα, όσο και για τα υπόλοιπα κόστη φροντίδας.
Με το ίδιο σκεπτικό θα αυξηθούν τα κόστη και για άλλες ασθένειες. Είτε πρόκειται για μεταδοτικά νοσήματα που θα καλύπτονται με βάση τη νομοθεσία για την προστασία της δημόσιας υγείας, είτε πρόκειται για ασθένειες που θα καλύπτονται από άλλες πηγές, η χρηματοδότηση δεν θα μας έρθει από εξωγήινες πηγές. Η Κυπριακή Δημοκρατία και ο Κύπριος φορολογούμενος θα πρέπει να επωμιστούν το πρόσθετο αυτό βάρος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με βάση τις δεσμεύσεις μας σε διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες και συμβάσεις θα πρέπει να προετοιμαστούμε να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση αυτή αποτελεσματικά, χωρίς να αφήνουμε περιθώρια να κατηγορηθούμε και να διασυρθεί το όνομα της Κύπρου. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υπάρξει και μια ρεαλιστική αντιμετώπιση σε ότι αφορά τα δεδομένα της μετανάστευσης, ώστε να περιοριστεί σε αυτά τα πλαίσια που θα διασφαλίσουν μια πολιτική μετανάστευσης όπου τα οφέλη από την ένταξη αλλοδαπών θα εξισορροπούν τις επιπρόσθετες υποχρεώσεις που θα αναλάβουμε.
Η Κύπρος, μαζί με άλλα μικρά μεσογειακά κράτη που αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρά προβλήματα απορρόφησης των μεταναστών στο κοινωνικό σύνολο, θα πρέπει να ζητήσει όπως υπάρξει μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Η προσέγγιση από μέρους διεθνών οργανώσεων πως τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών είναι απαράβατα, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο έφθασαν σε μια χώρα δεν είναι ρεαλιστική. Τίθεται θέμα βιωσιμότητας των εθνικών οικονομιών, κυρίως σε μια χώρα όπως η δική μας όπου υπάρχει ο κίνδυνος ακόμη και εθνικού αφανισμού, όχι μόνον εξαιτίας των επεκτατικών πολιτικών της Τουρκίας, αλλά και μέσα από πιο ύπουλες και έμμεσες πολιτικές δημογραφικών αλλοιώσεων. Είναι προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής οικογένειας να αντιληφθεί τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την ίδια της την κοινωνική σταθερότητα και ευημερία. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να στηρίξει τα κράτη που αντιμετωπίζουν αυτούς τους θανάσιμους κινδύνους και να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό με ρεαλισμό, χωρίς στείρες διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που, όχι μόνο δεν θα προστατευτούν, αλλά, στο τέλος της ημέρας θα παραβιαστούν λόγω της αδυναμίας των κρατών να εντάξουν ομαλά τους μετανάστες στο κοινωνικό σύνολο.

Η εισήγηση του κ. Βασίλειου Καρβουνιάρη

Η εισήγηση του κ. Γιάννη Κολοβού

Πώς να μην έχετε μεταναστευτική πολιτική:
τα διδάγματα από την Ελλάδα

Εισηγητής: Γιάννης Κολοβός*

Πριν γίνουν οι οποιεσδήποτε προτάσεις μεταναστευτικής πολιτικής η χώρα θα πρέπει να αποφασίσει τι σκοπούς θέλει να πετύχει με την συγκεκριμένη πολιτική. Ο ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas τονίζει ότι, αν εξαιρεθούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες της Wall Street, όλοι οι υπόλοιποι αναγνωρίζουν ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να είναι επιλεκτική προκειμένου να διαθέσει τις περιορισμένες άδειες εισόδου στους καλύτερους μεταξύ των αιτούντων. Στην τελική ανάλυση, η κάθε μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να δίνει απάντηση σε δύο διακριτά ερωτήματα:

  1. Πόσοι νόμιμοι μετανάστες θα πρέπει να εισέρχονται στην χώρα;
  2. Τι είδους μετανάστες θα πρέπει να παίρνουν την άδεια εισόδου και εργασίας;

Κατά τον Borjas, για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να αποφασισθεί ποιάς από τις τρεις ομάδες την οικονομική ευμάρεια θα πρέπει να εξυπηρετήσει η μεταναστευτική πολιτική. Η αποτίμηση της βαρύτητας που έχει για την χώρα που θα δεχθεί τους μετανάστες η οικονομική ευμάρεια καθεμιάς από τις τρεις αυτές ομάδες θα καθορίσει και το περιεχόμενο της μεταναστευτικής πολιτικής.

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους γηγενείς της χώρας υποδοχής των μεταναστών, η δεύτερη από τους μετανάστες και η τρίτη από αυτούς που μένουν πίσω στις χώρες προέλευσης των μεταναστών. Κατά τον Borjas η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να ενδιαφερθεί μόνο για την οικονομική ευμάρεια των γηγενών. Όμως και αυτή η επιλογή πολιτικής δεν θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της μόνον την επίτευξη αύξησης του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος για τους γηγενείς αλλά και το μέγεθος της αναδιανομής εισοδήματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Η επιλεγείσα μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να κάνει τους γηγενείς πιό πλούσιους αλλά χωρίς να αυξάνει τις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των κατηγοριών των γηγενών εργαζομένων.

Εξυπακούεται ότι η βελτίωση της οικονομικής ευμάρειας των γηγενών προϋποθέτει την διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας αλλά και της κοινωνικής συνοχής.

1. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο

Το πολυαναμενόμενο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο (1) επικυρώθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Σύνοδο Κορυφής που έλαβε χώρα στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2008 στις Βρυξέλλες. Σε αυτό επισημαίνεται ότι «Η Ευρωπαϊκή Ένωση.δεν έχει τους πόρους ώστε να υποδεχθεί αξιοπρεπώς όλους τους μετανάστες που ελπίζουν να βρουν μία καλύτερη ζωή εδώ. Η κακή διαχείριση της μετανάστευσης μπορεί να αναστατώσει την κοινωνική συνοχή των χωρών προορισμού [των μεταναστών]» (σελ. 3). Γι’ αυτό και υπογραμμίζεται ότι η μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της «την χωρητικότητα υποδοχής της Ευρώπης από πλευράς της αγοράς εργασίας της, της κατοικίας, και των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών» (σελ. 3).

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θεωρεί ότι η κοινή μεταναστευτική πολιτική θα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της τόσο το συλλογικό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε Κράτους-Μέλους. Η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει «να λαμβάνει υπ’ όψιν της τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις χωρητικότητες υποδοχής που καθορίζονται από κάθε Κράτος- Μέλος» (σελ. 4), ενώ για την παράνομη μετανάστευση γίνεται λόγος για «διασφάλιση ότι οι παράνομοι μετανάστες επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους» (σελ. 4).

Πιο συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «θεωρεί ότι η νόμιμη μετανάστευση θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μίας επιθυμίας εκ μέρους τόσο του μετανάστη όσο και της χώρας υποδοχής για το κοινό τους όφελος» (σελ. 5) ενώ καθιστά σαφές ότι «εναπόκειται σε κάθε Κράτος-Μέλος να αποφασίσει για τις προϋποθέσεις εισόδου νόμιμων μεταναστών στο έδαφός του και, όπου καθίσταται απαραίτητο, να προσδιορίζει τον αριθμό τους. Αν υπάρχουν ποσοστώσεις, μπορούν να εφαρμοστούν σε συνεργασία με τις χώρες προέλευσης» (σελ. 5). Μάλιστα, υπενθυμίζεται στα Κράτη-Μέλη ότι θα πρέπει να εφαρμόζουν την Κοινοτική προτίμηση αναφορικά με την κάλυψη αναγκών της αγοράς εργασίας τους, διερευνώντας πρώτα την δυνατότητα κάλυψής τους από εργαζομένους που προέρχονται από Κράτη-Μέλη της ΕΕ (σελ. 5).

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επισημαίνει ότι «οι παράνομοι μετανάστες που βρίσκονται σε έδαφος Κρατών-Μελών πρέπει να εγκαταλείψουν αυτό το έδαφος» (σελ. 7) ενώ υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να προτιμάται ο οικειοθελής επαναπατρισμός αλλά και να θεσπισθούν αποτρεπτικές και σημαντικές ποινές σε όσους εκμεταλλεύονται παράνομους μετανάστες (όπως πχ. οι εργοδότες). Τονίζει μάλιστα ότι οι εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να είναι γενικευμένες αλλά θα πρέπει να γίνονται μόνον κατόπιν εξέτασης κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (σελ. 7).

Τέλος, για το θέμα του ασύλου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αναληφθούν νέες πρωτοβουλίες ώστε να διαμορφωθεί ένα Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου αλλά επισημαίνει ότι «η χορήγηση προστασίας και προσφυγικής ιδιότητας αποτελεί ευθύνη του κάθε Κράτους-Μέλους» (σελ. 11).

Τα παραπάνω αποσπάσματα αποτελούν και τον μεγαλύτερο κόλαφο για την μεταναστευτική πολιτική που έχει ακολουθηθεί από την Ελλάδα κατά τα τελευταία 12 έτη.

  1. Η μετανάστευση προς την Ελλάδα μετά το 1990 δεν ήταν αποτέλεσμα μίας επιθυμίας του Ελληνικού Κράτους για οργανωμένη εισροή μεταναστών προς κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της αγοράς εργασίας, αλλά ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας φύλαξης των συνόρων και αδυναμίας εφαρμογής μίας πολιτικής συστηματικής αποτροπής και επαναπατρισμού των παρανόμων μεταναστών
  2. Οι γενικευμένες εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις (το 1998, το 2001, το 2005 και το 2007) στις οποίες όλες οι κυβερνήσεις προέβησαν, ουσιαστικά «επιβράβευαν» τόσο τον μετανάστη που εισήλθε παρανόμως στην χώρα και τον διακινητή του, όσο και τον εργοδότη που τον χρησιμοποίησε γνωρίζοντας ότι παραβιάζει τον νόμο. Έτσι έδωσαν κίνητρο και σε άλλους μετανάστες να εισέλθουν παρανόμως στην χώρα με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή και εκείνοι θα νομιμοποιηθούν
  3. Οι αποφάσεις των Ελλαδικών κυβερνήσεων για τις εκ των υστέρων νομιμοποιήσεις δεν βασίσθηκαν σε μελέτες ούτε των προτεραιοτήτων της χώρας (πχ. σε θέματα εθνικής ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής κλπ), ούτε των αναγκών της αγοράς εργασίας, ούτε των δυνατοτήτων χωρητικότητας υποδοχής της Ελλάδας από πλευράς κατοικίας, παροχών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών.Γι’ αυτό και ουδέποτε υπήρξε αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό μεταναστών τους οποίους η Ελλάδα είχε ανάγκη και στους οποίους θα μπορούσε να παρέχει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας
  4. Οι επαναπροωθήσεις παρανόμων μεταναστών υπολείπονται σημαντικά του αριθμού των παρανόμως εισερχομένων, ουδέποτε έγινε κάποια σοβαρή συζήτηση ή μελέτη για την προώθηση του επαναπατρισμού μεταναστών ενώ και η εκμετάλλευση των μεταναστών από τους εργοδότες συνεχίστηκε ουσιαστικά απρόσκοπτη λόγω της ελλιπέστατης στελέχωσης των υπηρεσιών επιθεώρησης εργασίας

2. Πώς αντιμετωπίζεται η παράνομη μετανάστευση

Το πρόβλημα στην Κύπρο είναι πρόβλημα παράνομης εισόδου και παραμονής, κυρίως από τις περιοχές των Κατεχομένων εδαφών. Για να καταπολεμηθεί η παράνομη μετανάστευση θα πρέπει να εφαρμοσθούν με αυστηρότητα τα εξής τρία μέτρα:

  1. Αυστηροποίηση της φύλαξης των συνόρων με την βοήθεια και της σύγχρονης τεχνολογίας. Το κόστος των μέτρων αυτών δικαιολογείται από το πολύ υψηλότερο κόστος επαναπροώθησης των παρανόμων μεταναστών, το κόστος φιλοξενίας τους αλλά και το κόστος της παροχής περίθαλψης και εκπαίδευσης σε αυτούς και τις οικογένειές τους
  2. Άμεση επαναπροώθηση των συλληφθέντων παρανόμως εισερχομένων και διαμενόντων. Διαμόρφωση καταλόγου «ασφαλών χωρών» από τις οποίες δεν θα γίνονται δεκτές αιτήσεις ασύλου καθώς και υπογραφή διακρατικών συμφωνιών για την επανεισδοχή των παράνομων μεταναστών. Λόγω του ότι το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης είναι ιδιαιτέρως έντονο για τα κράτη της ΕΕ, θα μπορούσε και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση να «νουθετήσει» τρίτες χώρες που αρνούνται την επανεισδοχή πολιτών τους
  3. Θέσπιση και επιβολή βαρύτατων προστίμων σε όσους απασχολούν παράνομους μετανάστες. Επειδή, όσο καλά και να φυλαχθούν τα σύνορα, κάποιοι θα καταφέρουν να εισέλθουν, επειδή το βασικό κίνητρό των παράνομων μεταναστών είναι η εξεύρεση εργασίας και επειδή οι εργοδότες τους προτιμούν από τους γηγενείς γιατί οι παράνομοι μετανάστες είναι «φθηνότεροι», με το μέτρο αυτό οι μετανάστες θα γίνουν «ακριβότεροι» και επομένως ασύμφοροι για τους εργοδότες. Αν δεν βρίσκουν εργασία τότε θα μετακινηθούν σε άλλη χώρα και ταυτοχρόνως θα αποτρέψουν ομοεθνείς τους από το να αποπειραθούν να έλθουν. Στην Βρετανία ο αρμόδιος υπουργός εισηγήθηκε την επιβολή προστίμων στους εργοδότες μέχρι και 10.000 λιρών ανά απασχολούμενο παράνομο μετανάστη (2). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την άλλη πρότεινε ακόμα και την επιβολή ποινών φυλάκισης σε αυτούς τους εργοδότες (3).

Αυτά τα τρία μέτρα θα πρέπει να συνδυαστούν με την αποφυγή των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων καθώς αυτές δίνουν κίνητρο και σε άλλους μετανάστες να εισέλθουν παρανόμως στην χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ήδη από το 2004, σε σχετική έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνιζε ότι η αποτελεσματικότητα των (εκ των υστέρων) νομιμοποιήσεων μεταναστών έχει αμφισβητηθεί καθώς «προσφέρουν [οι νομιμοποιήσεις] μία μορφή ενθάρρυνσης της παράνομης μετανάστευσης…Προγράμματα ευρείας νομιμοποίησης και παρόμοια μέτρα φαίνονται να αυτοδιαιωνίζονται καθώς, συχνά, επιπρόσθετα ευρέα μέτρα απαιτούνται μόλις μετά από λίγα χρόνια. Μία μελέτη προγραμμάτων νομιμοποίησης σε οκτώ Κράτη-Μέλη συμπέρανε ότι τέτοια μέτρα λαμβάνουν χώρα κατά μέσο όρο κάθε 6,5 χρόνια» (4, σελ. 10).

Συνεχίζοντας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογράμμιζε ότι οι προσπάθειες εκ των υστέρων νομιμοποίησης «δεν φαίνονται να έχουν μακροπρόθεσμη επίδραση στην μείωση του αριθμού των παρανόμων μεταναστών, αλλά αντιθέτως μπορεί να λειτουργήσουν ως πρόσθετος παράγων έλξης για τους παράνομους μετανάστες…Επιπλέον, τέτοια ευρέα μέτρα έχουν επίσης επιπτώσεις για τα άλλα Κράτη-Μέλη της ΕΕ λόγω της κατάργησης των ελέγχων των εσωτερικών συνόρων» (4, σελ. 17). Για τους λόγους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι «οι νομιμοποιήσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως τρόπος διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, καθώς στην πραγματικότητα συχνά αναδύονται ως αρνητική επίδραση της μεταναστευτικής πολιτικής σε άλλα σημεία» (4, σελ. 17).

Για να αντιμετωπισθεί η παράνομη μετανάστευση χρειάζεται η πολιτική βούληση για την εφαρμογή και των τριών προαναφερθέντων μέτρων και η αποφυγή του πειρασμού της εύκολης «λύσης» των εκ των υστέρων νομιμοποιήσεων. Η μη εφαρμογή (ή η ελλιπής εφαρμογή) κάποιου από αυτά δεν θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα γιατί σκοπός είναι να καταπολεμηθεί τόσο η προσφορά παράνομων μεταναστών όσο και η ζήτησή τους. Μία αναποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με αυστηρές ποινές προς τους εργοδότες, εκτός από τις άλλες κοινωνικές παρενέργειες που θα έχει, θα οδηγήσει τους παράνομους μετανάστες στην εγκληματικότητα και στην παρασιτική εργασία (πχ. επαιτεία, παραεμπόριο), ενώ μία αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων συνδυαζόμενη με ελαφριές ποινές προς τους εργοδότες που απασχολούν παράνομους μετανάστες θα οδηγήσει σε αύξηση των προσπαθειών των μεταναστών να εισέλθουν παρανόμως καθώς η ζήτηση για παράνομα εργατικά χέρια θα είναι μεγάλη.

3. Το θέμα του ασύλου

Μία ιδιαίτερα ευαίσθητη παράμετρος του προβλήματος είναι αυτή των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα οξυμένη για την Κύπρο. Σύμφωνα με την σχετική ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (5) «κατά την περίοδο 2003-2007, η Κύπρος δέχθηκε 39 αιτούντες άσυλο ανά 1.000 κατοίκους, το υψηλότερο ποσοστό από όλες τις 51 [υπό μελέτη βιομηχανοποιημένες] χώρες» (σελ. 8).

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η αντίστοιχη σύγκριση της Κύπρου με τις έξη χώρες που δέχονται αριθμητικά τις περισσότερες αιτήσεις ασύλου. Πιό συγκεκριμένα, οι χώρες, ο αριθμός αιτήσεων ασύλου κατά το 2007 (5) και ο πληθυσμός τους (6) είναι οι εξής:

Χώρα

Αιτήσεις ασύλου

Πληθυσμός

Αιτήσεις ασύλου/ 1000 κατοίκους

ΗΠΑ

49.200

304.105.000

0,16

Σουηδία

36.200

9.045.000

4,00

Γαλλία

29.200

64.137.000

0,46

Καναδάς

28.300

33.694.000

0,84

Βρετανία

27.900

60.949.000

0,46

Ελλάς

25.100

10.721.000

2,34

Κύπρος

6.790

794.000

8,55

Βλέπουμε δηλαδή ότι, αναλογικά με τον πληθυσμό της, η Κύπρος δέχεται τεράστια επιβάρυνση από αιτούντες άσυλο – πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που δέχονται ισχυρές χώρες του κόσμου όπως ο Καναδάς, η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ!

Γενικά, οι αιτήσεις παροχής ασύλου θα πρέπει να τυγχάνουν άμεσης επεξεργασίας και όσοι αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες θα πρέπει να λαμβάνουν σημαντική βοήθεια. Όμως, οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή και η προσφυγική ιδιότητα θα πρέπει να χορηγείται με φειδώ και με σύνεση. Όπως τονίζει και ο ειδικός σε θέματα Οικονομικής της Μετανάστευσης καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard George J. Borjas «Μπορεί να υπάρξει κίνδυνος από την επέκταση της έννοιας του πρόσφυγα σε όσους ζουν υπό πολιτισμικές και κοινωνικές νόρμες τις οποίες οι Αμερικανοί θεωρούν προσβλητικές. Ο ευρύτερος ορισμός για το ποιά χαρακτηριστικά έχει κάποιος πρόσφυγας είναι καταφανώς πρόσφορος για κατάχρηση, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την δικαιολόγηση απόδοσης της ιδιότητας του πρόσφυγα σε εκατομμύρια άτομα που υφίστανται πολλά είδη προσβλητικής συμπεριφοράς. Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι όσο πιό χαλαρός είναι ο ορισμός της προσφυγικής ιδιότητας, τόσο πιό δύσκολο γίνεται να διατηρηθεί η πολιτική νομιμότητα προγραμμάτων που δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε μία συγκεκριμένη τάξη μεταναστών. Και μπορεί να γίνει δυσκολότερο να δοθεί άσυλο σε εκείνους που πραγματικά το χρειάζονται και όταν το επιβάλλουν τα γεγονότα» (7, σελ. 210).

Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις μη-συνετής παροχής ασύλου είναι οι παρακάτω: Στις 21/7/2005 στο Λονδίνο έγιναν δύο απόπειρες τρομοκρατικής επίθεσης οι οποίες απέτυχαν καθώς οι βόμβες δεν εξερράγησαν. Ο 27χρονος Muktar Said Ibrahim προσπάθησε να ενεργοποιήσει βόμβα που είχε στο σακίδιό του μέσα στο λεωφορείο 26 στην οδό Hackney στο ανατολικό Λονδίνο. Ο Yassin Hassan Omar προσπάθησε να ενεργοποιήσει την βόμβα του εντός του τραίνου της Victoria Line ανάμεσα στους σταθμούς Oxford Circus και Warren Street. Το αξιοσημείωτο με τις περιπτώσεις αυτών των δύο είναι ότι ο Ibrahim έφθασε σε ηλικία 14 ετών με την οικογένειά του στην Βρετανία το 1992 ως αιτών άσυλο από την Ερυθραία και του χορηγήθηκε άδεια παραμονής κατ’ εξαίρεση ως εξαρτώμενο μέλος. Έναν χρόνο πριν την τρομοκρατική ενέργεια του είχε χορηγηθεί βρετανικό διαβατήριο παρ’ όλο που είχε καταδικαστεί για ένοπλη ληστεία. Ο Omar είναι Σομαλός υπήκοος και το 1992 σε ηλικία 11 ετών του χορηγήθηκε άδεια εισόδου κατ’ εξαίρεση. Τον Μαϊο του 2000 του χορηγήθηκε άδεια παραμονής αορίστου χρόνου ενώ του χορηγούνταν και επίδομα στέγασης (8). Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι άνθρωποι στους οποίους χορηγήθηκε άσυλο ώστε να γλιτώσουν από τις σπαρασσόμενες χώρες τους, έδειξαν αχαριστία απέναντι στην χώρα που τους χορήγησε το άσυλο στρεφόμενοι με βόμβες εναντίον της.

Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι οι μόνες. Σύμφωνα με στοιχεία του Βρετανικού υπουργείου Εσωτερικών (Home Office) από τους 717 άνδρες και γυναίκες που έχουν συλληφθεί από το 2001 και μετά ως ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ομάδες οι 182 (το 25%) είχαν κάνει αίτηση παροχής ασύλου (9). Έρευνα των Ρόμπερτ Λάϊκεν και Στίβεν Μπρούκς του ερευνητικού κέντρου Νίξον της Ουάσιγκτον αναφορικά με το προφίλ των ισλαμιστών τρομοκρατών η οποία παρουσιάσθηκε από την Frankfurter Allgemeine Zeitung είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική (10). Οι ερευνητές έφτιαξαν μία βάση δεδομένων με τα στοιχεία για 373 ισλαμιστές οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί ή καταδικασθεί για τρομοκρατία ή είχαν σκοτωθεί κατά την διάρκεια τρομοκρατικών ενεργειών από το 1994 μέχρι το τέλος του 2004. Ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας των Λάϊκεν και Μπρουκς είναι ότι το 23% των τρομοκρατών εισήλθε ζητώντας άσυλο. Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι η μη-συνετή παροχή ασύλου οδηγεί όχι μόνο σε κατάχρηση αυτού του ευεργετήματος αλλά μπορεί να έχει και σημαντικές επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια μίας χώρας.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο εκδότης της Βρετανικής εφημερίδας «The Daily Telegraph» Charles Moore (11): «Το σύστημα παροχής ασύλου έχει μεταβληθεί σε μαζική μετανάστευση με άλλο όνομα, και μάλιστα σε μαζική μετανάστευση χωρίς έλεγχο ή επαρκή πληροφόρηση…Και αν έχεις ένα σύστημα το οποίο, ενώ δεν λειτουργεί, επιτρέπει την είσοδο σε 100.000 νέους εισερχόμενους τον χρόνο, τότε έχεις μία διοικητική κρίση, μία κρίση πολιτικής θέλησης και κοινής γνώμης…Έτσι, με μία αισχρή αντιστροφή, ένα σύστημα σχεδιασμένο να παρέχει ελευθερία και ασφάλεια σε όσους δεν την έχουν στην χώρα τους μετατρέπεται σε κύριο εργαλείο καταστροφής της ελευθερίας και της ασφάλειας στην δική μας χώρα…Η σύμβαση του ΟΗΕ του 1951 που διαχειρίζεται τα θέματα αυτά παρέχει το δικαίωμα του ασύλου στον καθένα που έχει έναν βάσιμο φόβο δίωξης στην χώρα του…Το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απαγορεύει τον επαναπατρισμό ανθρώπων σε χώρες στις οποίες μπορεί να υποστούν «απάνθρωπη ή μειωτική μεταχείριση»…Όπως μεταφράζεται σήμερα, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να απελάσουμε την μεγάλη πλειονότητα εκείνων των οποίων τις αιτήσεις για άσυλο απορρίπτουμε. Για να μείνει κάποιος μακριά από την χώρα του και να παραμείνει εδώ το μόνο που χρειάζεται είναι να προέρχεται από μία δυσάρεστη χώρα. [Η Βρετανία] θα πρέπει να επιμείνει σε αλλαγές στην Σύμβαση…[και] να αποσυρθεί από αυτήν μέχρι αυτές να πραγματοποιηθούν…Μία μόνη χώρα δεν μπορεί να εκτείνει «δικαιώματα» σε ολόκληρο τον κόσμο άνευ όρων… Προκειμένου η λέξη [άσυλο] να αποκτήσει ξανά νόημα, θα πρέπει να μπορούμε να αποφασίζουμε για τον εαυτό μας ποιός εισέρχεται και ποιός όχι, και με ποιούς όρους. Είναι καταπληκτικό ότι το πιό βασικό δικαίωμα μίας χώρας έχει (αντιδημοκρατικά) αφαιρεθεί».

4. Συμπερασματικά

Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο παρέχει στην Κύπρο την ίδια δυνατότητα χάραξης μεταναστευτικής πολιτικής που είχε και πριν την υιοθέτησή του αλλά, επιπλέον, διαπνέεται από ένα μεγαλύτερο πνεύμα υποστήριξης, αρωγής και αλληλεγγύης από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τα Κράτη-Μέλη. Για να αποδειχθεί όμως το Σύμφωνο αυτό χρήσιμο εργαλείο θα πρέπει να υπάρξει η πολιτική βούληση της Κυβέρνησης να χαράξει μία μεταναστευτική πολιτική με βάση το συμφέρον των Κυπρίων πολιτών και με γνώμονα την εθνική ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ευμάρεια και όχι βασιζόμενη σε ευσεβείς πόθους ενσωμάτωσης ενός πολυάριθμου και αυξανόμενου πληθυσμού ο οποίος ούτε αποτέλεσμα ενός συστήματος επιλογής ήταν, ούτε είναι πολιτισμικώς εγγύς με τον γηγενή πληθυσμό.
Μάλιστα, οι δύο θέσεις – η θέση υπέρ μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής και η θέση υπέρ μίας περιοριστικής και επιλεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής – δεν είναι ίσης βαρύτητας. Αν η πρώτη εφαρμοσθεί και αποτύχει, το Κράτος το οποίο θα έχει προσπαθήσει να την εφαρμόσει θα ζημιωθεί υφιστάμενο συγκρούσεις και ταραχές όπως αυτές που είδαμε να συμβαίνουν παντού στην Δυτική Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Αν η μη εφαρμογή μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής αποδειχθεί ως λανθασμένη επιλογή τότε το Κράτος μπορεί να αρχίσει σταδιακά να την εφαρμόζει, χωρίς το ίδιο να έχει υποστεί πλήγματα. Επομένως, η άκριτη υιοθέτηση μίας «φιλελεύθερης» μεταναστευτικής πολιτικής και η συνεπακόλουθη εφαρμογή της ενέχει σημαντικούς κινδύνους για το μέλλον του Κυπριακού λαού και της Κυπριακής κοινωνίας χωρίς να προοιωνίζεται κάποιο ουσιαστικό και χειροπιαστό όφελος.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Council of the European Union «European Pact on Immigration and Asylum», Brussels 24 September 2008 (07.10) 13440/08
  2. Travis Alan «Officials launch drive to seek out illegal migrants at work», The Guardian 16/5/2007
  3. «Φυλακή σε όσους απασχολούν λαθρομετανάστες», Τα Νέα 17/5/2007
  4. Commission of the European Communities «Communication from the Commission to the Council, the European Parliament, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions: Study on the links between legal and illegal migration«, Brussels 4 June 2004, COM (2004) 412 (final)
  5. UNHCR «Asylum levels and trends in industrialized countries, 2007», Έκθεση που δημοσιοποιήθηκε στις 18/3/2008 http://www.unhcr.org/statistics/STATISTICS/47daae862.pdf [Πρόσβαση στις 27/8/2008]
  6. http://www.mnsu.edu/emuseum/information/population/ [Πρόσβαση στις 27/8/2008]
  7. Borjas George J. «Heaven’s Door: Immigration policy and the American economy«, Princeton University Press, Princeton, New Jersey 1999
  8. Gardham Duncan και Johnston Philip «Terror suspect is a convicted mugger», The Daily Telegraph 27/7/2005
  9. Leppard D. and Walsh G. «Britain lowers terror alert», The Sunday Times 21/8/2005
  10. «Ιερός πόλεμος με ευρωπαϊκό…διαβατήριο», Καθημερινή 24/7/2005
  11. Moore Charles «The reign of terror, or the rule of British law?», The Daily Telegraph 16/1/2003

Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος και κάτοχος των τίτλων Master of Arts in Public Relations και Master of Arts in Political Communication. Με το θέμα της μετανάστευσης ασχολείται από το 1998 και έχει συγγράψει το βιβλίο «Το Κουτί της Πανδώρας: Παράνομη Μετανάστευση και Νομιμοποίηση στην Ελλάδα» (Αθήνα: Πελασγός 2003). Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη» κυκλοφόρησε το 2008 από τις Εκδόσεις Πελασγός.

Advertisements