Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Θεμάτων

Οι Ελληνικές ρίζες της Παλαίπαφου

του Βάσου Καραγιώργη

Η αυτογνωσία είναι στοιχείο απαραίτητο για κάθε λαό κάθε εποχής, κυρίως όμως για μας σήμερα που διανύουμε μια κρίσιμη καμπή στην ιστορική μας πορεία. Τι είμαστε και γιατί, κυρίως όταν η ταυτότητά μας αμφισβητείται, δεν μπορεί να βασίζεται πάνω σε συναισθηματική συνθηματολογία, που για πολλές, δυστυχώς, δεκαετίες κυριάρχησε στα σχολεία μας και στην πολιτική μας ζωή, αλλά πάνω στα αδιάσειστα θεμέλια της επιστημονικής αλήθειας. Νηφάλια και χωρίς να προκαλεί, η επιστήμη διευκρινίζει κάθε σκοτεινή σελίδα του παρελθόντος, βοηθά να αντιληφθούμε προβλήματα του παρόντος και καθοδηγεί λαούς στα ιστορικά τους πεπρωμένα. Εξηγεί ιστορικά φαινόμενα, δόξας αλλά και καταστροφής, κι όποιος τη γνωρίζει και τη μελετά διαρκώς, μπορεί ν’ αποφύγει παραστρατήματα.

Δεν είναι τυχαία που διάλεξα το θέμα αυτής της ομιλίας ανάμεσα σε δυο μεγάλες εθνικές επετείους. Και ίσως δεν είναι τυχαία που η Πολιτιστική Εστία Πάφου μου ζήτησε να κάνω σήμερα αυτή την ομιλία.

Η Πάφος, μαζί με τη Σαλαμίνα, αποτελούν αναμφίβολα τα πιο σημαντικά κέντρα στην Ιστορία του Κυπριακού Ελληνισμού. Οι λόγοι είναι ποικίλοι, ιστορικοί, γεωγραφικοί. ΣΙ αυτή τη διάλεξη θα σκιαγραφήσω μόνο τη θέση της Πάφου, που είναι ίσως και η λιγότερο γνωστή. Πάφο θεωρώ

το μείζονα χώρο, από τον Κόλπο των Κοραλλίων ως την Παλαίπαφο (Κούκλια). Μια περιοχή που κατοικήθηκε από την 4η χιλιετία π.Χ., χωρίς καμιά διακοπή ως σήμερα. Όταν οι Μυκηναίοι Έλληνες άρχισαν να εγκαταλείπουν τη φθίνουσα Πελοπόwησο γύρω στα 1200 Π.Χ. και ξανοίχτηκαν με τα καράβια τους στο πέλαγο σε αναζήτηση νέων πατρίδων, η Παφιακή ακτή τούς δέχτηκε πρώτη. Κι αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο. Αν λάβουμε υπόψη πως οι πρώτοι Αχαιοί (όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τους Μυκηναίους Έλληνες) έφθασαν στο νησί μας αφού πέρασαν από τα Δωδεκάνησα, η δυτική ακτή της Κύπρου ήταν η πρώτη στεριά που αντίκρισαν. Οι δυο αμμώδεις κόλποι που αγκαλιάζουν τη χερσόνησο που είναι σήμερα γνωστή ως Μάα-Παλαιόκαστρο, φιλοξένησαν τα ελληνικά καράβια και στην άγονη χερσόνησο κτίστηκαν τα πρώτα ελληνικά σπίτια και τα πρώτα οχυρά (Εικ. 1).eik_1

Η αρχιτεκτονική στον οικισμό της Μάας έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την αρχιτεκτονική του Αιγαίου. Το οχυρωματικό τείχος στο στενότερο σημείο της χερσονήσου αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές ογκολίθων, με αργούς λίθους ανάμεσά τους. Το άνω μέρος ήταν κτισμένο με πλίνθους. Χαρακτηριστική είναι η πύλη, που θυμίζει ανάλογη αρχιτεκτονική στο Αιγαίο αλλά και στην Ανατολία. Παρόμοια τείχη, που συνήθως αποκαλούνται «κυκλώπεια», ανακαλύφθηκαν στην Έγκωμη, στο Κίτιο και στη Σίντα της επαρχίας Αμμοχώστου, και αποδίδονται τους Αχαιούς αποίκους που εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της Μάας είναι η ύπαρξη κεντρικών εστιών σε κοινόχρητους χώρους που για πρώτη φορά εμφανίζονται στο νησί στις αρχές του 120υ αι. Π.Χ. Τις βλέπουμε επίσης στην Έγκωμη και αλλού και χωρίς αμφιβολία αντιγράφουν τις κεντρικές εστίες των «μεγάρων» του Αιγαίου, όπως π.χ. στην Πελοπόwησο αλλά και στην Κρήτη. Οι Αχαιοί έφεραν επίσης μαζί τους ένα άλλο αρχιτεκτονικό στοιχείο, το λουτρό με λουτήρες (ασαμίνθους) από ασβεστόλιθο ήπηλό. Τους συναντούμε στην Έγκωμη και στην Πύλα-Κοκκινόκρεμο, ένα άλλο οχυρωμένο οικισμό κοντά στη νοτιο-ανατολlκή ακτή της Κύπρου, που είχε ακριβώς την ίδια ιστορία με τη Μάα.

Σ’ ένα οχυρωμένο οικισμό δεν αναμένει κανείς να βρει αντικείμενα πολυτελείας. Η άφθονη κεραμεική (ιδίως τα κύπελλα και οι σκύφοι) που βρέθηκαν στη Μάα, είναι πιστά αντίγραφα της κεραμεικής του Αιγαίου των αρχών του 120υ αι. π.Χ., καμωμένα από ντόπιο πηλό, τόσο στα σχήματα όσο και στο διάκοσμο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανεύρεση στη Μάα μιας χειροποίητης και αδιακόσμητης κεραμεικής (που είναι γνωστή ως βαρβαρική) και εμφανίζεται λίγα χρόνια πριν (τέλη του 13ου αι. π.Χ.) στο Αιγαίο. Τη χρησιμοποιούσαν ίσως για την παρασκευή ειδικών φαγητών. Οπωσδήποτε δεν είναι το είδος της κεραμεικής που μπορούσε να εισαχθεί στο νησί χάριν της ιδιαίτερης ομορφιάς της. Οι κάτοικοι της Μάας γνώριζαν τη μεταλλουργία, κατασκεύαζαν χάλκινα βέλη και άλλα όπλα, καθώς και εξαρτήματά ιπποσκευής. Τα επίχρυσα καρφιά ενός σπαθιού που βρέθηκαν στους οικισμούς θυμίζουν παρόμοια σπαθιά από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα.

Όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν πως η Μάα είναι ένας οχυρωμένος οικισμός που κτίστηκε στις αρχές του 120υ αι. π.Χ. από ξένους αποίκους που ήλθαν από το Αιγαίο, φέρνοντας μαζί τους πολλά στοιχεία του δικού τους πολιτισμού. Δεν ήταν σίγουροι για τις διαθέσεις του ντόπιου πληθυσμού, γι’ αυτό και οχυρώθηκαν, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις σε κάθε περίοδο. Είχαν, όπως ήταν ‘φυσικό, σχέσεις και ανταλλαγές με το γειτονικό αγροτικό πληθυσμό, όπως διαπιστώνουμε από αρκετά αντικείμενα κυπριακής κατασκευής. Η χερσόνησος της Μάας δεν είχε καλλιεργήσιμη γη και προφανώς καλλιεργούσαν τη γύρω περιοχή. Για την υδατοπρομήθειά τους ήταν υποχρεωμένοι να βγαίνουν έξω από τα τείχη του οικισμού και να μεταφέρουν νερό από την αέwαηβρύση στα ανατολικά του οικισμού, που είναι γνωστή σήμερα ως «η βρύση της Μάας». Αποθήκευαν το νερό σε μεγάλα πιθάρια, που πάμπολλα βρέθηκαν κατά χώραν σε διάφορα μέρη του οικισμού.

Εκτός από 3-4 κατοικίες, που ανήκαν ασφαλώς στην άρχουσα τάξη, οι περισσότερες κατοικίες ήταν εuτελείς, με ένα ή δύο δωμάτια. Ιδιαίτερη σημασία έδιναν στην άμυνα, γι’ αυτό και δίπλα στο τείχος, και στα δυο άκρα της χερσονήσου, υπήρχαν παρατηρητήρια για να προφυλάγονταl από ύποπτες κινήσεις, ιδίως από την έλευση πειρατών από τη θάλασσα.

Για πενήντα περίπου χρόνια έμειναν στη Μάα-Παλαιόκαστρο οι Αχαιοί, και στο διάστημα αυτό σταθεροποίησαν τη θέση τους, το ίδιο όπως και άλλοι ομοεθνείς τους σ’ άλλα μέρη του νησιού. Δεν είναι εύκολο να συλλάβουμε την εικόνα της μεγάλης εξόδου από το Αιγαίο γύρω στα 1200 Π.Χ. αν δε λάβουμε υπόψη και την εγκατάσταση Αχαιών στη Συροπαλαιστινιακή ακτή. Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει πρόσφατα φέρει στο φως συγκλονιστικές μαρτυρίες για το μέγεθος και τη γεωγραφική έκταση της εξόδου των Ελλήνων, που είναι ο πρόδρομος, κατά κάποιο τρόπο, των κατακτήσεων της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δεν θα εξετάσουμε εδώ το γιατί δεν ρίζωσε στη νότια Μικρά Ασία, τη Συρία και την Παλαιστίνη ο Ελληνισμός το 120 αιώνα, όπως ρίζωσε στην Κύπρο. Αυτό είναι ένα θέμα που καθημερινά φωτίζεται περισσότερο από αρχαιολογικές μαρτυρίες και που σύντομα, ελπίζουμε, θα ανοίξει νέους ορίζοντες στις γνώσεις μας για την ιστορία της παρουσίας του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Μπορούμε να πούμε με συντομία ότι αυτό που έσωσε το ελληνικό στοιχείο του 120υ αι. π.Χ. στην Κύπρο είναι η ενίσχυσή του γύρω στα 1100 Π.Χ. από νέα κύματα αποίκων από το Αιγαίο. Είναι τότε που ένιωσαν οι Έλληνες αρκετά ισχυροί ώστε να ιδρύσουν δικές τους πόλεις, με δικούς τους βασιλείς wanaktes (όπως είναι γνωστοί στη Μυκηναϊκή Ελλάδα). Έτσι ιδρύονται η Σαλαμίνα δίπλα στην Έγκωμη που εγκαταλείφθηκε, η Λάπηθος, ΟΙ Σόλοι και άλλες νέες πόλεις που αποτέλεσαν τα δέκα βασίλεια της Κύπρου κατά τους ιστορικούς χρόνους. Μ’ αυτό τον τρόπο εξηγείται και η μυθική παράδοση, σύμφωνα με την οποία, μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου, Έλληνες ήρωες ήλθαν στην Κύπρο και ίδρυσαν πόλεις, όπως ο Τεύκρος τη Σαλαμίνα, ο Πράξανδρος την Κερύνεια, ο Δημοφών τη Λάπηθο, ο Αγαπήνορας την Πάφο Κ.Ο.Κ. Για μιά ακόμη φορά επαληθεύει ο μύθος, γιατί πίσω από κάθε μύθο βρίσκεται πάντα μια ιστορική αλήθεια.

Το ίδιο δεν συνέβη με τα διάφορα άλλα κέντρα της Συρίας και της Παλαιστίνης όπου εγκαταστάθηκαν Αχαιοί κατά τις αρχές του 120υ αι. Π.Χ. Και σ’ αυτά τα κέντρα απαντούν τα ίδια πολιτιστικά στοιχεία, στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική, που είδαμε στην περίπτωση της Μάας. Σιγά – σιγά όμως οι Αχαιοί της Συροπαλαιστίνης αφομοιώνονται από τον ντόπιο πληθυσμό γιατί δεν ενισχύθηκαν με νέους αποίκους κατά τον 11 ο αιώνα π.Χ., όπως συνέβη με την Κύπρο. Αλλιώς και σ’ αυτή την περιοχή θα ανθούσε σήμερα ο Ελληνικός πολιτισμός όπως και στην Κύπρο.

Αν η Μάα-Παλαιόκαστρο υπήρξε η προβλήτα όπου πάτησαν το πόδι τους για πρώτη φορά οι Έλληνες, στην Παλαίπαφο ρίζωσαν και δημιούργησαν. Σημαντικό αστικό κέντρο η Παλαίπαφος αιώνες πριν από τους Αχαιούς, είχε σχέσεις τόσο με την Ανατολή όσο και με το Αιγαίο. Πρόσφατες ανακαλύψει ς δείχνουν πως ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του νησιού, κυρίως το 160 και 150 αιώνα, και είχε εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο, τη Συρία και Παλαιστίνη. Με την άφιξη των Αχαιών δίδεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της οικονομίας και των τεχνών. Εισάγονται νέες ιδέες, κυρίως στη μεταλλουργία και μεταλλοτεχνία, όπως δείχνουν πρόσφατες ανακαλύψεις. Το αρχαιότερο πολιτιστικό υπόβαθρο της Παλαιπάφου δεν παραμερίστηκε, τουναντίον εξελίχθηκε. Στις αρχές του 120υ αιώνα π.Χ. κτίστηκε μεγαλοπρεπές ιερό της Μεγάλης Θεάς, που στα ιστορικά χρόνια ταυτίστηκε με την Αφροδίτη (Εικ. 2). Η λατρεία της θεάς αυτής που σχετίζεται με τη γονιμότητα, είχε βαθειές ρίζες στην περιοχή της Πάφου, ήδη στην 4η χιλιετία, όπως δείχνουν οι πρόσφατες ανασκαφές στο Χαλκολιθικό οικισμό Κισσόνεργα. Το ιερό αυτό της Μεγάλης Θεάς έγινε κέντρο λατρείας με παγκύπρια ακτινοβολία και σε μεταγενέστερες περιόδους απέκτησε τεράστια πολιτική δύναμη. Γύρω από τη λατρεία της Θεάς αναπτύχθηκαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, που θα ‘χαν την αρχή τους στο μυθικό βασιλιά της Πάφου Κινύρα, γνωστό στον Όμηρο και στον Πίνδαρο. Χαρακτηριστικό της ακτινοβολίας της Πάφου είναι το γεγονός πως ο Ησύχιος την αναφέρει μαζί με τους Δελφούς ως τον «Ομφαλό της Γης»..eik_2

Ο υλικός πολιτισμός της Παλαιπάφου των αρχών του 120υ αι. έχει καταφανή την Αιγαιακή επίδραση, ιδίως στην κεραμεική, αλλά και στη μεταλλοτεχνία. Στο ιερό της Αφροδίτης βρέθηκαν πέτρινα «κέρατα καθοσιώσεως», που αποτελούν το κατ’ εξοχήν θρησκευτικό σύμβολο της Μινωικής Κρήτης, απ’ όπου θα ήλθαν μερικοί από τους αποίκους των αρχών του 120υ αι. Π.χ. Τέτοια σύμβολα βρέθηκαν και σ’ άλλα μέρη τηςΚύπρου, όπως για παράδειγμα στη Μύρτου, κοντά στη βορειο-δυτική ακτή, στο Κίτιο και στην Πύλα-Κοκκινόκρεμο. Τα θρησκευτικά σύμβολα μεταφέρονται βέβαια από ανθρώπους που τα αναγνωρίζουν και τα πιστεύουν και δεν αποτελούν είδος εμπορικών ή πολιτιστικών ανταλλαγών.

Δεν θα ασχοληθώ με θέματα που υπάγονται στη σφαίρα του μύθου. Θ’ αναφέρω μονάχα μερικά χαρακτηριστικά φαινόμενα που τα γνωρίσαμε πρόσφατα και που συνδέονται άμεσα με το θέμα μας. Μια τυχαία ανασκαφή της Νεκρόπολης των Πρώιμων Γεωμετρικών χρόνων στη θέση Σκάλες, στα νοτιοανατολικά του χωριού Κούκλια, έφερε στο φως πλουσιότατα κτερίσματα που μας ανάγκασαν να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για την ιστορία και αρχαιολογία όχι μόνο της Πάφου αλλά και ολόκληρης της Κύπρου. Πολύ λίγα γνωρίζαμε για την περίοδο του 11 ου και του 100υ αιώνα Π.χ. η οποία στον Αιγαιακό χώρο είναι χαρακτηριστικά γνωστή ως «οι σκοτεινοί αιώνες», περίοδος φτώχειας και αναλφαβητισμού. Όχι όμως και στην Πάφο και γενικότερα στην Κύπρο. Φαίνεται πως η κάθοδος των Αχαιών αποίκων στην Κύπρο δεν ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο που περιορίζεται στα τέλη του 130υ και στις αρχές του120υ αιώνα Π.χ. – κύματα Αχαιών θα έφθαναν στο νησί σ’ όλη τη διάρ¬κεια του 120υ αιώνα και στις αρχές του 11 ου.

Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε την έκταση της Παλαιπάφου κατά τον 11 ο αιώνα Π.χ. και συνεπώς ούτε και τον πληθυσμό της πόλης. Αν όμως λάβουμε υπόψη την έκταση των νεκροταφείων της, ιδίως τώρα με την ανακάλυψη του νέου νεκροταφείου στη θέση Πλάκες, η Παλαίπαφος πρέπει νάταν μιά από τις μεγαλύτερες σε έκταση και πληθυσμό, αν όχι η μεγαλύτερη, πόλη της Κύπρου.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως στις αρχές του 11 ου αιώνα Π.χ. κάνουν την εμφάνισή τους στην Κύπρο οι πρώτοι τάφοι καθαρά Μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής, λαξευμένοι στο βράχο, με στενόμακρο «δρόμο»και τετράπλευρο μικρό θάλαμο (Εικ. 3). Τέτοιοι τάφοι, που είναι γνωστοί στη Μυκηναϊκή Ελλάδα και στην Κρήτη, βρέθηκαν και σ’ άλλα μέρη του νησιού, όπως στη Σαλαμίνα, στο Κούριο, στη Λάπηθο, στην Αμαθούντα.

eik_3

Έτσι μπορούμε να συμπεράνουμε πως η άφιξη και εγκατάσταση Ελλήνων στο νησί ήταν καθολική, και δεν περιορίστηκε μόνο σε μερικά μεμονωμένα αστικά κέντρα. Είναι τότε που εμφανίζεται για πρώτη φορά η καύση των νεκρών, ταφικό έθιμο που ασφαλώς προέρχεται από το Αιγαίο. Παρόλο που η καύση των νεκρών είναι περιορισμένη, όπως εξάλλου και στον Αιγαιακό χώρο, εν τούτοις τη συναντούμε στην Παλαίπαφο και στο Κούριο, σε περιπτώσεις «αριστοκραTlκών» τάφων.

Αν ο 12ος αιώνας είναι ο αιώνας της μαζικής άφιξης των Αχαιών, ο 110ς είναι η περίοδος της δημιουργίας τους. Κι αυτό δεν το συμπεραίνουμε μόνο από εύγλωττη μαρτυρία των κεραμεικών ρυθμών, που εμπνέονται κυρίως από την Αιγαιακή κεραμεική από τις αρχές κιόλας του 120υ αιώνα π.χ., αλλά και από ένα άλλο φαινόμενο, τη γλώσσα. Για πρώτη φορά μπορούμε να πούμε τώρα με βεβαιότητα πως τον 11 ο αιώνα Π.χ. η ελληνική γλώσσα ήταν σε χρήση στην Πάφο. Αυτό είναι η πιο αδιάσειστη μαρτυρία για την Ελληνική παρουσία στο νησί τουλάχιστο από τον 11 ο αιώνα. Μπορεί να πει κανείς πως η αλλαγή των ρυθμών στην τέχνη μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανταλλαγών ή άλλων επαφών, η γλώσσα όμως προϋποθέτει ζωντανή παρουσία. Πάνω σ’ ένα χάλκινο οβελό, που βρέθηκε σε τάφο του 11 ου αιώνα Π.χ. στη θέση Σκάλες, υπάρχει μια εγχάρακτη επιγραφή στο Κυπριακό Συλλαβάριο (το αρχαιότερο δείγμα του Συλλαβαρίου που βρέθηκε ως τώρα) (Εικ. 4). Με τη βοήθεια του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης Olivier Masson, η επιγραφή αυτή αποκρυπτογραφήθηκε ως εξής: O-pe-Ie-ta-u = (του) Οφέλτου. Ένα κύριο όνομα που απαντάται κυρίως στην Αρκαδία, ,στη γενική πτώση: (ο οβελός του) Οφέλτου. Σύμφωνα με τους ειδικούς φιλολόγους, ο τύπος της γενικής σε -U είναι χαρακτηριστικό της αρκαδικής διαλέκτου, ενώ στην κοινή Μυκηναϊκή θα ανέμενε κανείς μια γενική σε -ο. Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ σημαντικό για τις ρίζες της κυπριακής διαλέκτου, και έρχεται να επιβεβαιώσει την αρκαδική προέλευσή της, γεγονός που γνωρίζουμε ως τώρα μόνο από κείμενα της Αρχαϊκής – Κλασικής περιόδου. Μπορούμε τώρα να πούμε με βεβαιότητα ότι τον 11 ο αιώνα Π.Χ. στην Πάφο μιλιόταν η αρκαδική διάλεκτος, γεγονός με ευρύτατη σημασία, που αποτέλεσε και τη βάση των συζητήσεων σε πολλά διεθνή συμπόσια και δημοσιεύσεις.

eik_4

Για πολλοστή φορά έρχεται η αρχαιολογία να επιβεβαιώσει και το μύθο: Ξέρουμε πως ο μυθικός ιδρυτής της Πάφου ήταν ο Αγαπήνωρ, βασιλιάς της Τεγέας της Αρκαδίάς. Από τον Παυσανία μαθαίνουμε πως στην εγέα υπήρχε’ ναός της Αφροδίτης Παφίας και πως η κόρη του Αγαπήνορα Λαοδίκη έστειλε πολύτιμο πέπλο στο ναό της Αθηνάς Αλέας στην Αρκαδία, με την επιγραφή: «Λαοδίκης όδε πέπλος έα δ’ άνέθηκεν Άθηνα πατρίδ’ ές εύρύχορον Κύπρου άπό ζαθέης» (αυτός είναι ο πέπλος της Λαοδίκης, τον αφιέρωσε στην Αθηνά, στελλοντάς τον στην ευρύχωρη πατρίδα της από την ιερή Κύπρο). Η πιο πάνω ανακάλυψη είναι ίσως η πιο σημαντική που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια για την ιστορία της πρώιμης Ελληνικής παρουσίας στην Κύπρο.

Οι τάφοι στη νεκρόπολη της θέσης Σκάλες αποδεικνύουν πως ενώ η Κυρίως Ελλάδα διένυε την περίοδο των «σκοτεινών αιώνων», στην Κύπρο υπήρχε ευημερία και ανάπτυξη, που οφειλόταν από τη μια στην καινούργια δημιουργική πνοή που έφεραν μαζί τους οι Έλληνες και από την άλλη στη συνέχιση των εμπορικών συναλλαγών με την Εγγύς Ανατολή.

Στους τάφους του 11 ου και 100υ αι. π.χ. στην Παλαίπαφο βρέθηκαν πλούσια κτερίσματα. Η κεραμεική είναι ευφάνταστη και συχνά παρουσιάζει ομοιότητες με την κεραμεική της Κρήτης του 11 ου αιώνα. Αξιοπρόσεκτοι είναι οι ζωόμορφοι ασκοί και οι οlνοχόες με ανθρωπόμορφη προχοή (Εικ. 5-6). Στους τάφους ανδρών αφθονούν τα όπλα: χάλκινα και σιδηρά. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα σιδηρά ξίφη, αλλά Μυκηναϊκού τύπου (Εικ. 7-8). Είναι σήμερα γενικά αποδεκτή η θεωρία ότι η χρήση του σιδήρου για την κατασκευή όπλων εισήχθη στην κυρίως Ελλάδα από την Κύπρο. Εκτός από αυτή τη νέα «τεχνολογία», οι Έλληνες και τα παιδιά τους που έζησαν τον 110 αιώνα στην Κύπρο μεταναστεύοντας στο Αιγαίο, μετέφεραν και άλλους ρυθμούς στη μεταλλοτεχνία, όπως π.χ. τους χάλκινους τρίποδες (Εικ. 9) που αφθονούν στην Κύπρο και απομιμήσεις τους απαντούμε κυρίως στην Κρήτη.

eik_5_6

Στον τάφο της περιοχής Σκάλες, όπου βρέθηκε ο οβελός του Οφέλτη, ανακαλύφθηκε μέσα στο θάλαμο ασάμινθος (μπανιέρα) από ασβεστόλιθο. Δεν περιείχε ταφή, αλλά τοποθετήθηκε στον τάφο για να χρησιμοποιηθεί από το νεκρό στη δεύτερη ζωή (Εικ. 10). Παρόμοιοι ασάμινθοι βρέθηκαν πρόσφατα και σ’ άλλοuς τάφοuς της νεκρόπολη ς τηςΠαλαιπάφοu καθώς και σε τάφο του Κουρίου της ίδιας περιόδου.

eik_7_8_9_10

Στοuς τάφους γuναικών βρέθηκαν πάμπολλα χρυσά και αργuρά κοσμήματα: πόρπες, ρόδακες από λεπτά φύλλα χρuσού ποu διακοσμούσαν ίσως ενδύματα (τα φάρεα χρυσά του Ομήρου), καθώς και ένα χρuσόβελόνι! Πλακίδια από χρuσό, με έκτυπο διάκοσμο βρέθηκαν σε διάφοροuς τάφους της Παλαιπάφου. Παριστάνουν γυναίκα ποu φορεί «τιάρα» και αποτελούσαν ίσως μέρος της ίδιας τιάρας. Συνδέονται μεταξύ τους με χάλκινα ελάσματα (Εικ. 11).

eik_11

Από τον 9ο αιώνα π.Χ. ως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Κύπρος ολόκληρη, συνεπώς και η Πάφος, βρίσκονται ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Οι Φοίνlκες πρώτα και κατά σειρά οι Ασσύριοl, οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες καταδυναστεύουν το νησί και εισάγουν δικούς τους πολιτιστικούς ρυθμούς. Στην Παλαίπαφο του 8ου-7ου αι. π.Χ. εξακολουθούν να υπάρχουν οι «ηρωικές ταφές», με πλούσια κτερίσματα: θυσία αλόγων και ίσως αρμάτων (όπως εμφανίζονται και στους «βασιλικούς» τάφους της Σαλαμίνας. Αφθονεί η εισηγμένη κεραμεική, κυρίως σκύφων που χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια συμποσίων. Τέτοιου είδους τελετουργlκά συμπόσια ήσαν γνωστά και στον υπόλοιπο Μεσογειακό χώρο, στην Κύπρο, το Αιγαίο και την Ετρουρία. Χαρακτηριστικά αντικείμενα που συνδέονταν με το συμπόσιο, εκτός των κρατήρων καί των σκύφων, ήταν 0\ οβελοί και οι κρατευτές (στηρίγματα για τους οβελούς). Η χρήση τους είναι γνωστή από τις Ομηρικές περιγραφές, όπου ο πολεμιστής ξέρει καλά πώς να παρασκευάζει το κρέας και να το ψήνει. Ένα έθιμο στο οποίο ασφαλώς εμείς οι Κύπριοι μείναμε πιστοί ως σήμερα!

Παρόλον ότι η Κύπρος ολόκληρη βρισκόταν υπό ξένο ζυγό από τον 8ο-7ο αιώνα ως την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εντούτοις δεν έπαυσαν ποτέ οι δεσμοί με το Αιγαίο. Ένα χάλκινο κορινθιακό κράνος που βρέθηκε κοντά στα τείχη της Παλαιπάφου είναι μάρτυρας των κοινών αγώνων των Ιώνων και των Κυπρίων για απελευθέρωση του νησιού από τον Περσικό ζυγό στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Η Πάφος ταυτίζεται με τη γέννηση και τη λατρεία της Αφροδίτης. Το ιερό της είχε πανελλήνια ακτινοβολία, ήταν γνωστή στον Όμηρο και η Αφροδίτη αναφέρεται στην Ελληνική ποίηση ως Παφία.

Στην Ελληνο-Ρωμαϊκή περίοδο ο Ελληνικός πολιτισμός ακμάζει ιδιαίτερα στην Πάφο (τη Νέα Πάφο), που γίνεται η πρωτεύουσα της Κύπρου και δέχεται την πολιτιστική επίδραση της Ελληνιστικής Αλεξάνδρειας.

Σκοπός της σύντομης αυτής σκιαγράφησης ήταν να επισημανθούν μερικοί σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία του Ελληνισμού, όπως διαφαίνονται στην πρώιμη ιστορία και αρχαιολογία της Πάφου, μιάς περιοχής που κράτησε ως σήμερα την ελληνική παράδοση για τρεις και πλέον χιλιετίες.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: